Φώτα κλειστά
Παράξενες μέρες. Μουντές. Μια σκόνη στην πόλη. Η Αγνή τράβηξε την κουρτίνα. Δεν ήταν για βόλτα σήμερα. Έβαλε το χέρι στην τσέπη και πασπάτεψε τα σποράκια απ` το σιτάρι που είχε πάντα στη ζακέτα της για τα περιστέρια. Κάποιος άλλος θα τα τάιζε σήμερα. Ίσως εκείνος. Πάντως εκείνη δεν θα πήγαινε. Ίσως ποτέ ξανά. Είχε βεβηλωθεί η θέση της από την παρουσία του. Το παγκάκι της είχε τώρα το αποτύπωμά του. Και τη μυρωδιά του. Θαλασσινό νερό. Αλμύρα. Ήταν ανάγκη; Τώρα που η μοναξιά τής πήγαινε γάντι;
Δεν ήταν πάντα μόνη η Αγνή. Είχε αγωνιστεί για να κατακτήσει αυτή την ωραία μοναξιά. Την ελευθερία. Παραιτήθηκε από τη δουλειά της. Δεν χρειαζόταν πολλά. Ευτυχώς. Είχε από νωρίς καταλάβει πως όσες λιγότερες ανάγκες έχεις τόσο πιο ανεξάρτητος είσαι από τους άλλους. Είχε αποτινάξει από πάνω της τον έρωτα. Κατασκευάσματα της φαντασίας έλεγε. Η λογική όλα αυτά τα ταχτοποιεί. Τα βάζει στο αντίπαλο στρατόπεδο. Έκανε κάποια ιδιαίτερα σε παιδάκια δημοτικού. Είχε και τη σύνταξη του πατέρα της. Στρατιωτικός, αποστρατεύτηκε με τον βαθμό στρατηγού. Συνταγματάρχης την εποχή του πραξικοπήματος του `67, της επανάστασης όπως έλεγε εκείνος, διοικούσε τη σχολή τεθωρακισμένων στο Γουδί. «Ψηλά, ψηλά, τα μαύρα τα μπερέ, δεν τα, δεν τα, δεν τα νικούν ποτέ». Μ` αυτό το πρόσταγμα μεγάλωσε η Αγνή και τα μαλλιά μαζεμένα πάντα κάτω από έναν μπερέ.
***
Τον Απρίλη του `67 ήταν οκτώ χρόνων. Ο πατέρας της είχε να φανεί σπίτι πάνω από εβδομάδα. Η μάνα της κάθε μέρα έστρωνε σπίτι τους χαρτί. Ήταν Τετάρτη 20 Απρίλη γύρω στις οκτώ το βράδυ. Η Νίκη Τατσάκου μόλις είχε αρχίσει να ρεφάρει κάποια από τα χαμένα όταν το τηλέφωνο χτύπησε. Ούτε που σάλεψε. Το τηλέφωνο επέμενε και τότε ακούστηκε η φωνή της στριγγιά.
-Αγνή δεν το ακούς;
– Αμέσως μητέρα, απάντησε τρομαγμένη η Αγνή, γιατί η μητέρα της δεν αστειευόταν όταν έπαιζε χαρτιά.
-Σήκωσέ το λοιπόν με αποσυντονίζει.
-Παρακαλώ, απάντησε στο τηλέφωνο η Αγνή.
– Την κυρία Τσατσάκου παρακαλώ
– Μαμά…
Η Νίκη Τσατσάκου πέταξε τα χαρτιά της στο τραπέζι λέγοντας ένα βιαστικό πάσο και εκτινάχτηκε από την καρέκλα.
-Ανίκανο πλάσμα, σφύριξε στην Αγνή και κατευθύνθηκε προς το τηλέφωνο. Η συνομιλία της κράτησε κάποια δευτερόλεπτα. Βρόντηξε το ακουστικό εκνευρισμένη και φώναξε στην Αγνή. Φέρε μου το βιζόν μου. Η Αγνή έτρεξε στο βεστιάριο και σήκωσε με το ζόρι το βαρύ παλτό.
-Πού πας μαμά; Τραύλισε
-Πάψε και μάζεψε τα τσιγάρα από το τραπέζι., απάντησε η Νίκη Τσατσάκου. Όταν θα γυρίσω να σε βρω στο κρεβάτι σου.
Έδωσε κάποιες εξηγήσεις στους καλεσμένους της, που αναρωτιόνταν μεταξύ τους για αυτή την αναστάτωση και βρόντηξε την πόρτα πίσω της.
Η Αγνή έμεινε μόνη στη μεγάλα σάλα ανάμεσα στους ξένους . Τα μάτια τους καρφωμένα πάνω της κι εκείνη αν και τρομοκρατημένη ανασυντάχτηκε και είπε με τον στόμφο του πατέρα της: «Κύριοι περάστε έξω, παρακαλώ».
Μάζεψαν βιαστικά τα λεφτά τους απ` το καρέ κι έφυγαν σκυφτοί με μισοειπωμένες καληνύχτες. Η Αγνή έμεινε μόνη, κατάμονη. Η Τούλα η οικονόμος τους έφευγε κάθε μέρα στις έξι. Ιδιοτροπία του πατέρα της. Η Αγνή ένιωθε ότι κάτι την απειλούσε. Την είχε τρομάξει η φωνή του άντρα στο τηλέφωνο. «Βουλευτής Γεώργιος Μάτσας», είχε πει και ζήτησε τη μαμά της στο τηλέφωνο. Κι εκείνη είχε φύγει βιαστική. Που πήγε άραγε; Να συναντήσει αυτόν τον άντρα; Να ήταν ο ίδιος , που εξαιτίας του έγινε η αιτία τον περασμένο μήνα να τη χαστουκίσει ο πατέρας της; Μόνη. Πέταξε τα τσιγάρα και άνοιξε τα παράθυρα. Ο πατέρας της μισούσε τον καπνό. Μα εκείνος δεν ήταν εκεί. Έλειπε πάνω από βδομάδα.
Δεν τον είδε παρά δυο μέρες μετά το πραξικόπημα. Στις είκοσι τρεις Απρίλη. Γύρισε αξύριστος. Με τον μπερέ στο κεφάλι όπως πάντα. Η Αγνή μόλις άκουσε το αυτοκίνητο να μπαίνει στο γκαράζ άρπαξε τον μπερέ της και κατέβηκε να τον προϋπαντήσει. Η μάνα της κοιμόταν. Είχε τελειώσει το χαρτί καλά ξημερώματα. Ο Παναγιώτης Τατσάκος χαιρέτησε την Αγνή στρατιωτικά κι ύστερα την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Τι κάνει το περιστεράκι μου;», είπε. «Κρυώνω χωρίς τη φωλίτσα μου», απάντησε η Αγνή και στριμώχτηκε στην αγκαλιά του.
Όταν έπεσε η χούντα, ο πατέρας της από αξιοσέβαστος στρατιωτικός χαρακτηρίστηκε προδότης. Έμενε κλεισμένος στο σπίτι μέχρι που καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια κάθειρξη. Η μάνα της έβγαινε με κάποιον κύριο. Αυτός έστελνε τον οδηγό του κάθε απόγευμα και την έπαιρνε. Η Αγνή έμεινε ξανά μόνη. Δακτυλοδεικτούμενη απ` όλους εκτός από την Τούλα, που παρέμεινε στη δούλεψη τους αλλά δεν σταμάτησε ούτε μια μέρα να λέει στις γειτόνισσες, τη μάνα της τσούλα και τον πατέρα της φίδι κολοβό.
***
Έβρεχε. Σκεφτόταν τα περιστέρια. Θα `χαν κουρνιάσει τώρα στις φυλλωσιές. Κι εκείνος; Θα είχε πάει άραγε; Έτσι είχε πει: «Αν θέλετε… εγώ πάντως…». Η αλήθεια είναι ότι ήταν παραπάνω από συνεσταλμένος και τυπικός. Τόλμησε μόνο μια αφηρημένη πρόσκληση και να συστηθεί:. «Ηλίας Μάτσας. Έτσι για να μην σκέφτεστε έναν άγνωστο», είχε πει. «Έως αύριο». Εκείνη βυθισμένη στις δικές της σκέψεις απάντησε αφηρημένα: «Μάτσας είπατε; Ηλίας; Ο άντρας έγνεψε ναι. Είχε ήδη κάνει μεταβολή με κατεύθυνση την έξοδο του άλσους. Μάτσας, πιπίλιζε το όνομα του η Αγνή σαν καραμέλα. Κάτι της θύμιζε αυτό το όνομα αλλά χρειάστηκε να περάσει το βράδυ και να έρθει στον ύπνο της η εξήγηση. Η εικόνα. Η αυταρχική φωνή εκείνου του άντρα το απόγευμα της 20ης Απριλίου του `67.
Έκλεισε τις κουρτίνες. Τα σποράκια από το σιτάρι είχαν λιώσει στην ιδρωμένη χούφτα της. Ίσως να είναι συνωνυμία σκέφτηκε. Αν όχι; Θ` ανοίξουν τα ντουλαπάκια στο μυαλό μου. Και στο δικό του. Η μάνα μου ήταν η μοιραία γυναίκα.
Τριάντα χρόνια από τότε. Είχε τόσο ωραία τακτοποιήσει τη ζωή της. Ακίνδυνα. Κι έτυχε τώρα να μοιραστεί εκείνο το παγκάκι. Μια φορά κάθισε, κι εκείνη τη φορά ήρθε εκείνος. «Επιτρέπεται:», ρώτησε. «Παρακαλώ», απάντησε η Αγνή και ήταν έτοιμη να σηκωθεί αλλά το θεώρησε μεγάλη αγένεια. Ήταν κι εκείνο το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια του. Το αγαπημένο της. Κι έτσι τόλμησε να του πει: “Τώρα ποιος; Τώρα που; Τώρα πότε; Χωρίς να το ψάχνω. Εγώ, να λέω εγώ… ίσως να το εννοώ. Να τα λέω ερωτήσεις, υποθέσεις. Να προχωράω μπροστά, να το λέω προχωράω, να το λέω μπροστά”1.
Γιατί να έχει αυτός ο άντρας, αυτό το όνομα; Γιατί μέσα από τόσους άντρες να ήρθε αυτός στα βήματά της; Της επέβαλε η μοίρα έναν έρωτα. Γιατί έπρεπε να είναι αυτός; Γιατί η χαρά να έρχεται πάντα με μαύρο πέπλο; Το ρολόι χτύπησε δώδεκα. Εκείνος θα ήταν εκεί τώρα. Ίσως όχι. Έβρεχε. Η βροχή αναστέλλει τα πράγματα. Είναι μια καλή δικαιολογία.
Η Αγνή τράβηξε την καμπαρτίνα της από την κρεμάστρα.
“Να προχωράω μπροστά, να το λέω προχωράω, να το λέω μπροστά”2.
Η Αγνή έτρεχε. Η βροχή έπεφτε. Η μέρα έφευγε.
“Ν` αγαπήσω για πρώτη φορά, να το λέω αγαπώ, να το λέω τολμώ”.
Τα δέντρα του άλσους φάνηκαν από μακριά. Η βροχή δυνάμωνε. Είχε βάλει φτερά στα πόδια της να τον προλάβει. Φώναζε.
“Τώρα ποιος; Τώρα που; Τώρα πότε; Χωρίς να το ψάχνω”3.
Πέρασε την είσοδο. Έστριψε στο μονοπάτι. Σκοτείνιαζε. Απ` τη βροχή. Απ` τα ψηλά δέντρα. Απ` το σμάρι των περιστεριών. Πλησίαζε.
Τώρα ποιος; Ποιος; Το παγκάκι ήταν εκεί. Άδειο Ποιος είσαι; Φώναξε στη φιγούρα που ξεμάκραινε. Ο άντρας πέταξε το στάρι που κρατούσε σε έναν λάκκο νερού. Το βιβλίο βρεγμένο στη μασχάλη του.
“Ποιος είσαι;” επανέλαβε η Αγνή, χωρίς να σταματήσει να τρέχει. Μια δυνατή βροντή έσπασε τη φωνή της στη μέση. Δεν ακούστηκε. Δεν…
Ο άντρας βγήκε από το άλσος κατευθυνόμενος προς τη στάση του τρόλεϊ. Μόνο όταν πάτησε το πόδι του στο σκαλί γύρισε το κεφάλι του, ίσως τυχαία, προς την Αγνή, χωρίς να την αναγνωρίσει όπως ήταν μούσκεμα με την κουκούλα της καμπαρτίνας να της καλύπτει σχεδόν όλο το πρόσωπο.
Εκείνη κοκάλωσε στις γλιστερές πλάκες και φώναξε απελπισμένα: «Του Γεωργίου;». Ο άντρας μόρφασε απορημένος, χωρίς να καταλαβαίνει τι τον ρωτούσε. Η Αγνή επανέλαβε: «του Γεωργίου, του βουλευτή, είσαι ο γιός του βουλευτή;»
Ο άντρας στριμωγμένος ανάμεσα στους επιβάτες που ανέβαιναν στο τρόλεϊ, γέλασε: “Όχι δυστυχώς, του Νίκου του καπετάνιου”. Ήταν η τελευταία του λέξη. Η πόρτα έκλεισε και το τρόλεϊ ξεκίνησε.
Να γινόταν μια διακοπή ρεύματος παρακάλεσε η Αγνή και δεν ξεχώριζε κανείς αν η πλημμύρα που κατέβαινε στα μάγουλά της ήταν από τη βροχή ή από τα δάκρυα.
“Αυτός ο χρόνος που τρέχει, που καλπάζει, είναι ο ίδιος που βρισκόταν σε λήθαργο”.4
Έτσι χάθηκε ένας έρωτας. Πνίγηκε μέσα τη βροχή των αμφιβολιών.
“Κι αυτή η σιωπή, που μέσα της ωρύεται και που μια μέρα θ’ αποκατασταθεί, είναι η ίδια η αλλοτινή”.5
Κι η Αγνή έμεινε όπως πάντα πάλι μόνη. Με φώτα κλειστά.
1,2,3,4,5: Αποσπάσματα από το βιβλίο: «Ακατανόμαστος» του Σάμιουελ Μπέκετ
Πηγή φωτογραφίας: https://commons.wikimedia.org/w/index.php?search=%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B9&title=Special:MediaSearch&go=Go&type=image
