Η Ψυχή του Νικολάου Γύζη
Η Ψυχή του Νικολάου Γύζη
  • Post author:
  • Reading time:3 ' Ανάγν.

Ο Νικόλαος Γύζης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού του ύστερου 19ου αιώνα, του συντηρητικού εικαστικού κινήματος που είναι γνωστό ως «Σχολή του Μονάχου», τόσο σε ελληνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Συμμετείχε και βραβεύτηκε σε πάρα πολλές ελληνικές και ευρωπαϊκές εκθέσεις, από το 1870 έως το 1900. Μάλιστα, μετά τον θάνατό του το 1901, τιμήθηκε με έκθεση έργων του στην 8η Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση του Γκλασπαλάστ (Glaspalast). Σπουδαστής στην Ακαδημία του Μονάχου, ενστερνίστηκε όλες τις αρχές των Γερμανών δασκάλων του, φτιάχνοντας έργα σπάνιας επιδεξιότητας μέσα στα όρια του ιστορικού ρεαλισμού και της ηθογραφίας. Με τα έργα του, ειδικά αυτά της νεότητάς του, έλαβε τον χαρακτηρισμό «γερμανικότερος των Γερμανών» και επαινέθηκε με το παραπάνω από τους τεχνοκριτικούς και τον Τύπο της εποχής. Άτομο βαθιά θρησκευόμενο, στράφηκε αργότερα προς τις αλληγορικές και τις μεταφυσικές παραστάσεις. Κυρίαρχο θέμα των ώριμων έργων του ήταν ο αγώνας του εναντίον του Κακού και η τελική νίκη του Καλού. Η σημαντικότερη μορφή σ’ αυτά τα έργα του είναι η γυναίκα, που άλλοτε εμφανίζεται ως Τέχνη, άλλοτε ως Μουσική, άλλοτε ως Άνοιξη, άλλοτε ως Δόξα, κ.λπ. Νεότεροι μελετητές του έργου του διακρίνουν ότι στα λιγότερο γνωστά ύστερα έργα του, και κυρίως στα σχέδιά του με κάρβουνο και κιμωλία, ο Γύζης δίνει μια εξπρεσιονιστική τάση απελευθέρωσης από τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό. Ο Γύζης φιλοτέχνησε επίσης αφίσες και εικονογράφησε βιβλία.

Γύρισα πάλι πίσω σε σένα, δίπλωσα το ξένο μου σώμα
σαν ένα χαρτάκι καραμέλας, τόσο δα μικρό.  
Έσφιξα κάθε μου  νεύρο,
τράβηξα απ` τη ρίζα κάθε μου αγκάθι
να μην σε πληγώσω, να χωρέσω μέσα σου.
Κι εσύ περίσκεπτη, δεν άνοιγες.
Στρείδι κλειστό
κολλημένο στις ρίζες του ωκεανού.
Δεν άνοιγες… 
κι έμενα έξω απ` τον αμνιακό σου σάκο.

Τόσα χρόνια που ήσουν,
με κατηγόρησες,
φούντωνες κι άπλωνες κλαδιά,
άνθιζες, και δεν μου χάριζες ποτέ έναν ανθό
παρά τους σπαταλούσες 
στων περαστικών τα πέτα.

Μα, ποτέ δεν μου γύρεψες κάτι σ` απάντησα,
ενώ εσύ σκάλιζες αχνά  το καβούκι μου.

- Ζητιάνα να γενώ; Ποτέ!
  Και τι `ναι μια ψυχή
  για να γυρεύει ό,τι από αγάπη δεν της δίνεται…
  άστραψες και βρόντηξες ξανά.

-Κι εγώ που νόμιζα,
 ότι ήσουν πάντα εκεί για μένα,
τόλμησα ψιλή φωνή να βγάλω.

-Δεν με πότισες, δεν μ` έλιασες ποτέ. Μαράθηκα.

-Με μαγνητίσανε οι δρόμοι, κι ας μην έφτασα ποτέ πουθενά.

-Και με ξέχασες, εμένα, που είμαι τα πάντα
χωρίς να είμαι τίποτα;

-Δεν σε ξέχασα,
χάθηκες μες τις πληγές μου.

-Εσύ λες χάθηκα.
 Εγώ λέω έσβησα
 
-Χάθηκες, έσβησες
το ίδιο κάνει
δεν σ` έβλεπα.
Και τι μπορούσα να δω
με δυο μάτια υπόγεια
τι ν` ακούσω, μέσα απ` τις ερπύστριες
τι να πω, με τόσα αγκάθια στη γλώσσα.
Κι εσύ, αντί να `χεις το βλέμμα σου στραμμένο πάνω μου,
να ξαγκιστρώνεις τα δολώματα,
να πυρώνεις τη λύπη μου,
μ` άφησες κάτω απ’ τη βαριά μυλόπετρα  
να συνθλιβώ σα σάπιος καρπός.
Κι  εσύ ελεύθερη πια
απ` του χωμάτινου χρόνου το μαρτύριο
βρήκες σκέπη σε άλλου κορμιού τη θέρμη.  

 Αχ ψυχή μου,
ας μου `δινες μόνο μια στιγμή
απ` την αιωνιότητά σου.                         -                                                     

Το ποίημα της Άννα Ρω είναι εμπνευσμένο από τον πίνακα του Νικόλαου Γύζη “Ψυχή”.

Αποσπάσματα από τη βιογραφία και το έργο του Νικολάου Γύζη αντλήθηκαν από : https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82_%CE%93%CF%8D%CE%B6%CE%B7%CF%82

                      -                  
                                              -             

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Άννα Ρω

Μεταξύ άλλων έχω επιλέξει να είμαι συγγραφέας. Μ` αρέσει ο δρόμος της ποίησης. Και του θεάτρου. Γράφω ότι μου υπαγορεύει ο νους μου. Άλλοτε μικρές ιστορίες, άλλοτε στίχους, άλλοτε μακρά οδοιπορικά και υπογράφω τα άρθρα και τα συγγραφικά μου έργα ως Άννα Ρω.

Αφήστε ένα σχόλιο