Τροχαίο ατύχημα
‘Ενας άνδρας είναι πεσμένος στο πεζοδρόμιο ύστερα από σύγκρουση τριών αυτοκινήτων. Δεν έτρεχε, δεν οδηγούσε, δεν ήταν καν στο δρόμο. Έπιασε το κεφάλι του με το αριστερό του χέρι, το δεξί κινιόταν ως ένα σημείο. Άνοιξε τα μάτια του και το βλέμμα του πλανήθηκε αριστερά, δεξιά. Είχε τις αισθήσεις του. Κύριε ελέησον! Πώς έγινε όλο αυτό, παρκαρισμένος; Έκανε να σηκωθεί. Δάγκωσε τα χείλη του, όσο να ματώσουν. Πονούσε παντού. Ήθελε να φωνάξει, να κλάψει, να βρίσει, να ξεσπάσει. Είχε μουδιάσει ολόκληρος. Ένιωσε πόνο δυνατό στα πόδια του. Φόβος, αγωνία, αγανάκτηση, θυμός, όλα μαζί τον κατέκλυσαν. Άρχισε να ιδρώνει. Τι ήταν αυτό που του συνέβη;
Πρωινό Σαββάτου, αρχές του Μάη. Tα σύννεφα μαύριζαν στον ουρανό κι έκρυβαν τα χιόνια στις βουνοκορφές. Προμήνυαν δυνατή βροχή και τα πουλιά πετούσαν κι έψαχναν απάγκιο. Στην αγορά, οι μαγαζάτορες τακτοποιούσαν το εμπόρευμά τους κι από τον φούρνο έρχονταν μυρωδιές από κουλούρια και ζεστό ψωμί. Θα ήταν γύρω στις εννιά. Αυτοκίνητα σταματούσαν στα μαγαζιά, για τα ψώνια του Σαββατοκύριακου. Η κίνηση όλο και αυξανόταν.
Ο Θωμάς Βενιεράκης, κοίταξε το ρολόι του και συνοφρυώθηκε. Μπήκε στο καινούριο του αμάξι κι άρχισε να τρέχει μέσα στην πόλη. Ήταν νέος οδηγός. Έβαλε μουσική και συνέχισε να τρέχει. Απολάμβανε το Child in time από τους Deep Purple. Δυνάμωσε την ένταση κι άρχισε να χτυπάει ρυθμικά τον αντίχειρα στο τιμόνι. Στη διασταύρωση δεν σταμάτησε στο πορτοκαλί, πάτησε γκάζι. Σε δρόμο διπλής κατεύθυνσης, στη δεξιά πλευρά, μπροστά στον φούρνο ήταν σταματημένο ένα φορτηγό που είχε διπλοπαρκάρει με τα αλάρμ αναμμένα. Δυο λεπτάκια θα κάνω, σκέφτηκε ο ηλικιωμένος οδηγός και κατευθύνθηκε στον φούρνο. Στην επιστροφή, κάθισε στη θέση του οδηγού και έβαλε στα χείλη του τον καφέ, πριν ξεκινήσει. Ο Θωμάς δυνάμωσε κι άλλο την ένταση του ραδιοφώνου. Όταν σήκωσε το βλέμμα, τα αλάρμ του φορτηγού άστραψαν στο παρμπρίζ. Ακούστηκε ο ήχος από τη σύγκρουση με το σταματημένο φορτηγό· ο ηλικιωμένος οδηγός του χτύπησε στο κεφάλι κι έχασε τις αισθήσεις του, ακυβέρνητο πια, ρολλάρησε στο πεζοδρόμιο του μανάβικου, δίπλα στον φούρνο, κι έπεσε με φόρα στην πίσω πλευρά ενός μικρού ΙΧ σταθμευμένου μπροστά στο μανάβικο. Ο οδηγός του γύρω στα τριάντα πέντε, έβαζε τις τσάντες με τα φρούτα στο πορτ μπαγκάζ. Άκουσε τον θόρυβο, είδε το φορτηγό που κατευθυνόταν προς το μέρος του και βημάτισε με την πλάτη στραμμένη προς τη τζαμαρία του μανάβικου. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος του τρύπησε τα αυτιά. Από τη σύγκρουση, το μικρό ΙΧ πήρε στροφή και χτύπησε τον τριανταπεντάχρονο οδηγό, αριστερά στον μηρό. Εκείνος εκτινάχθηκε για δευτερόλεπτα στον αέρα και το σώμα του διέγραψε μια ελλειπτική τροχιά δύο μέτρων περίπου. Ύστερα έπεσε στο οδόστρωμα απότομα και προσγειώθηκε με τη λεκάνη. Πέφτοντας, κράτησε την αναπνοή του και στηρίχτηκε στο δεξί του χέρι. Μαύρισε ο κόσμος γύρω του. Κοίταξε τον ουρανό. Μπουμπούνιζε πάλι. Είχε μαυρίσει κι άλλο. Το ίδιο ακριβώς και μέσα του. Η βροχή έλειπε! Θυμήθηκε ότι κράτησε το κεφάλι του ψηλά τη στιγμή της πτώσης. Σημαντικό, το πιο σημαντικό. Δοκίμασε να κινηθεί. Ζεις αγόρι μου, μονολόγησε. Έτρεξαν περαστικοί να βοηθήσουν. Μαζεύτηκε κόσμος. Στέκονταν όρθιοι πάνω από τον πεσμένο άνδρα και ρωτούσαν τι είχε συμβεί. Κάλεσαν το νοσοκομειακό. Εκείνος, πάνω στα σπασμένα κρύσταλλα, προσπάθησε αλλά δεν μπόρεσε να σηκωθεί. Πονούσε. Το κεφάλι του βούιζε. Το στόμα του στεγνό. Ζήτησε μόνο λίγο νερό. Ήταν γιατρός, νευρολόγος και στην οχλαγωγία του κόσμου που είχε μαζευτεί, προσπαθούσε να σκεφτεί. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. ΄Εφερνε και ξανάφερνε στο νου του τι είχε συμβεί. Περίμενε το νοσοκομειακό να τον σηκώσει με ασφάλεια. Χάθηκε στις σκέψεις του. Τι τον περίμενε; Είχε μια ομιλία το απόγευμα και βγήκε νωρίς να ψωνίσει για να έχει χρόνο να την ετοιμάσει. Πρέπει να τους ειδοποιήσουμε, δηλαδή αν δεν είχα μετακινηθεί λίγη ώρα πριν, θα πήγαινα να βρω τον Άγιο Πέτρο, μια στιγμή αρκεί· η μόνη φωτεινή αχτίδα στη μαυρίλα του, ότι γλύτωσε ΖΕΙ, αλλά πάλι ένα τεράστιο γιατί. Η πλάτη του πονούσε. Τα γυαλιά τρύπησαν την πλεκτή ζακέτα του κι άρχισαν να τον ενοχλούν. Ένοιωθε να έχει πιαστεί, ακίνητος στο τσιμέντο και την υγρασία. Δεν μετακινήθηκε. Ο φόβος της διάσεισης τον συγκρατούσε. Ζήτησε από τον αστυνομικό το κινητό του και πήρε τηλέφωνο στο σπίτι του. Με ψύχραιμη φωνή ανακοίνωσε το γεγονός. Η γυναίκα του, έλειπε· είχε μια διάλεξη στο πανεπιστήμιο Κρήτης. Τη μικρή τους κόρη την είχε αφήσει στην κυρία Βούλα, που έμενε στο διπλανό διαμέρισμα· όταν έμαθε τα νέα, ακούστηκαν φωνές και κλάματα. Θα περάσει, την καθησύχασε. Χρειαζόταν μόνο το βιβλιάριο υγείας του. Κάλεσε τον ανεψιό του για να πάρει τα προσωπικά του πράγματα από το κατεστραμμένο αμάξι.
Ένα τσιριχτό επίμονο γαύγισμα ακούστηκε. Το κεφάλι του μικρού σκύλου πρόβαλε κάτω από το μπροστινό κάθισμα. Κάποιος άνοιξε την πόρτα. Το σκυλάκι ξεδιπλώθηκε, βγήκε, τινάχτηκε από τα σπασμένα τζάμια κι έτρεξε προς τον πεσμένο άντρα. ’Εγλειφε τον κύριό του που, πεσμένος στο πεζοδρόμιο, του χαμογελούσε και το χάιδευε. Όταν ήρθαν από την τροχαία, ζήτησαν να μάθουν τι συνέβη. Ο ιδιοκτήτης του μανάβικου περιέγραψε τι έγινε, έξω από το μαγαζί, μπροστά στα μάτια του. Αν δεν ήμουν μέσα στο μαγαζί την ώρα του ατυχήματος, δεν θα ήμουν ζωντανός τώρα, κατέληξε. Τους είπε να τρέξουν να βρουν το αυτοκίνητο του νεαρού που προκάλεσε τα ατυχήματα. Πρέπει να έχει διανύσει μεγάλη απόσταση, έτρεχε σαν τον άνεμο. Ήρθαν οι πρώτες βοήθειες, πήραν τον πεσμένο τραυματία, και τον ηλικιωμένο. Τους μετέφεραν στο νοσοκομείο. Ο Θωμάς συνέχισε την τρελή πορεία του, διέσχισε τον δρόμο κάθετα, μπήκε στο αντίθετο ρεύμα και βρέθηκε καρφωμένος με το αυτοκίνητό του σε κορμό δέντρου. Όταν ήρθε το νοσοκομειακό, είχε χάσει τις αισθήσεις του. Ήταν σε κακό χάλι. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο Χανίων και είπαν στους δικούς του, ότι αν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί η κατάσταση, θα τον στείλουν αεροπορικώς στην Αθήνα. Άστραψε στον ουρανό. Ξέσπασε μπόρα δυνατή. Έριξε για ώρα. Έπλυνε δρόμους και πεζοδρόμια. Θα έλεγε κανείς ότι η φύση θέλησε να παρασύρει και να καθαρίσει τους δρόμους από λάθη της προηγούμενης ημέρας.
Λίγα λόγια για την Αθηνά Σωτηροπούλου

Η Αθηνά Σωτηροπούλου γεννήθηκε στην Κρήτη και μεγάλωσε στην Αθήνα την δεκαετία του ’60. Σπούδασε στο Πάντειο. Η απασχόλησή της στην καμπάνια του «Μ’ ένα βιβλίο πετάω» και «πάμε
με το βιβλίο» του ΥΠ.ΠΟ ήταν η εργασία που την έκανε να καταλάβει ότι ο χώρος του βιβλίου είναι εκείνος που της δίνει χαρά. Είναι η πρώτη προσπάθεια ενασχόλησής της με τη γραφή.
Ξεκίνησε με μια αληθινή ιστορία, σαν αυτές που συμβαίνουν καθημερινά στα έκπληκτα μάτια μας, και απλώθηκε σε στοιχεία μυθοπλασίας. Εκείνο που μπορεί να διαβεβαιώσει είναι ότι χάρηκε και συνεχίζει να χαίρεται κάθε φορά που γράφει.
