Βιβλιοκρισία της ποιητικής συλλογής: Έτσι ελάχιστη, από τη Τζίνα Καρβουνάκη

Έτσι ελάχιστη της Μαρίας Σύρρου
Εκδόσεις Τύρφη, 2022
Στη συλλογή Έτσι ελάχιστη, η Μαρία Σύρρου συγκροτεί έναν ποιητικό κόσμο ο οποίος κινείται ανάμεσα στη σωματικότητα του έρωτα και την εγγραφή της απουσίας, στην καταβύθιση της ψυχικής ενδοχώρας και την έκλαμψη της θηλυκής επιθυμίας. Από το πρώτο κιόλας ποίημα, Απόδειπνο, δηλώνεται μια πνευματικότητα που γεννιέται όχι από την υπέρβαση αλλά από την στέρηση:
«Τον νήστεψα πολύ τον έρωτα / γιατί πολύ τον πίστεψα.»
Η συλλογή δομείται σε δύο μέρη με χαρακτηριστικούς τίτλους: “Κεφαλίδες” και “Υποσέλιδα”, υποδηλώνοντας ίσως τη διάκριση μεταξύ της συνειδητής, επιτελεσμένης μνήμης και των υπόγειων, υποσυνείδητων ροών της ψυχής. Η γλώσσα της Σύρρου συνδυάζει την εκλεπτυσμένη εικονοποιία με τον λυρικό υπαινιγμό. Ποιήματα όπως το Big bang ή το Βακχικό συλλαμβάνουν την έκσταση και την πλησμονή της σαρκικής συνάντησης, δίχως να καταφεύγουν σε ωραιοποιήσεις:
«μια τελίτσα είμαι, δες· ζω για τη μεγάλη έκρηξη» (Big bang)
Στην ποίηση της Σύρρου, το ερωτικό βίωμα συχνά φέρει την οδύνη της φθοράς, της αβεβαιότητας, του τραύματος. Ποιήματα όπως το Ενδεχομένως, Απνευστί, Ρωγμή ή Ταλάντωση αναδεικνύουν το ασταθές, συχνά σισύφειο τοπίο των ανθρώπινων σχέσεων, όπου το «εγώ» δοκιμάζεται, παραμιλά, αναπνέει μετά βίας:
«Παίρνω βαθιά ανάσα· / εξαντλώ κάθε αντοχή πριν βγω ξανά / στην επιφάνεια· με την ανάσα κοφτή / συνταιριάζω πλάι στην τελεία παύλα – / σανίδα σωτηρίας· μα / όλο γλιστράει και / μου ξεφεύγει· / πνίγομαι.» (Απνευστί)
Η ποιήτρια αντλεί από προσωπικά και συλλογικά αρχέτυπα· στο Κάρμα, η Πηνελόπη δεν είναι πια η υπομονετική σύζυγος αλλά μια γηραιά σιγή με «τρύπιο βλέμμα». Στο Γκραν γκινιόλ, η γυναικεία οδύνη εμφανίζεται ως θρίλερ εκδίκησης και αυτοδιάθεσης· φωνές τραυματισμένων σωμάτων «επιστρέφουν» στον τόπο του εγκλήματος όχι ως θύματα αλλά ως αυτόκλητες δικαστίνες.
Σε επίπεδο ύφους, η Σύρρου εντάσσεται με σαφήνεια στη σύγχρονη γυναικεία ποιητική που από τη δεκαετία του ’90 και εξής επαναπροσδιορίζει τη σχέση σώματος, γλώσσας και υποκειμενικότητας. Η γραφή της συνδέεται με τον υπαρξιακό εσωτερισμό της Κικής Δημουλά, την βιωματική ειλικρίνεια της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, αλλά και με πιο πρόσφατες φωνές όπως της Αγγελικής Ελευθερίου ή της Χλόης Κουτσουμπέλη, που μιλούν για τον έρωτα, την απώλεια και τη γυναικεία εμπειρία όχι ως μύθο αλλά ως καθημερινή πάλη με το “λίγο”, το άρρητο, το σώμα.
Η συλλογή Έτσι ελάχιστη δεν κραυγάζει. Είναι ποίησις εσωτερικού ρυθμού, φορτισμένη από τη σιωπή και τις ρωγμές της ύπαρξης. Το ελάχιστο, όπως δηλώνεται και στον τίτλο, δεν είναι στέρηση αλλά ποιητική στάση: εκεί που το νόημα δεν δηλώνεται αλλά προαισθάνεται· εκεί που η αφαίρεση αγγίζει τη συγκίνηση με λιγότερα μέσα αλλά με μεγαλύτερη δύναμη.
Συμπέρασμα
Η Μαρία Σύρρου, με την ποιητική της συλλογή Έτσι ελάχιστη, καταθέτει μια ώριμη ποιητική πρόταση, όπου το προσωπικό γίνεται καθολικό και το σώμα συναντά τη γλώσσα με πάθος και επίγνωση. Η συλλογή αυτή αξίζει να διαβαστεί αργά, επαναληπτικά, με τη σιωπή που απαιτεί η βαθιά τέχνη. Εγγράφεται με διακριτικότητα αλλά σαφήνεια στο σώμα της σύγχρονης ελληνικής γυναικείας ποίησης, ως μια φωνή που, έστω “ελάχιστη”, διεκδικεί χώρο στην ουσία του ποιητικού και υπαρξιακού βιώματος.

Η Μαρία Σύρρου γεννήθηκε στον Βόλο, το 1966. Σπούδασε δημοσιογραφία και θέατρο στην Αθήνα, όπου εργάστηκε από το 1988 ώς το 2008 ως συντάκτρια και επιμελήτρια ύλης (ρ/σ ΑΘΗΝΑ 9.84, ρ/σ ΑΝΤΕΝΝΑ, περιοδικό ΕΙΝΑΙ, περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ, εφ. ΗΜΕΡΗΣΙΑ, εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ), ενώ εξακολουθεί να εργάζεται ως επιμελήτρια βιβλίων.
Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές [«Επιλήσμονες» (Μανδραγόρας, 2016)· «λογότυπα» (Ηριδανός, 2019)· «Έτσι ελάχιστη» (Τύρφη, 2024)· «Ανακρούσματα ηλιοστασίου» (ψηφιακή ιδιωτική έκδοση, 2022)· «Ακουαρέλες και ψηφιδωτά» (ψηφιακή ιδιωτική έκδοση, 2022)] και το έμμετρο θεατρικό «Οι μνηστήρες της Δανάης» (ψηφιακή ιδιωτική έκδοση, 2019). Ποιήματα, διηγήματα και άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες
