You are currently viewing ΦΑΝΟΥΡΗΣ, σειρά διηγημάτων στο ΣημειΩματάριο της Μάνιας Φερτάκη

ΦΑΝΟΥΡΗΣ, γράφει η Μάνια Φερτάκη

Μάιος 2007

Εδώ και λίγους μήνες έχω σταματήσει τη δουλειά. Κι ο γιατρός να μην το έλεγε, το νιώθω από μόνος μου πως δεν μού μένουν πολλές δυνάμεις. Το μπαμπάκι που μ` αυτό γεμίζω τα παπλώματα, μού φέρνει βήχα. Ένα βήχα δυνατό, να μού κόβει την ανάσα. Σιγά σιγά έχουν αραιώσει κι οι παραγγελίες. Οι πελάτες δεν εκτιμάνε στην δουλειά το μεράκι. Μπαίνουν σ ένα μεγάλο μαγαζί και τα βρίσκουν όλα έτοιμα. Δεν μετράνε πια τα χέρια, αλλά οι μηχανές.
Κάθε πρωί μπαίνω στο εργαστήρι μου και κάνω επιθεώρηση στα σύνεργά μου. Χαϊδεύω τη ραπτομηχανή, <γεια σου Γερμαναρού > μου, της λέω, τα τόπια με τα υφάσματα, τις μπομπίνες με τις κλωστές και τα νήματα. Εδώ είναι το βασίλειό μου.
-Πού πας πάλι να κλειστείς; Μού φωνάζει η Ευθαλία. Βγες, Χριστιανέ μου, καμιά βόλτα να σε δει ο ήλιος, να δεις κανέναν άνθρωπο.
Ο άνθρωπος που θέλω να βλέπω κάθε μέρα, είναι ο Νώντας. Μαζί μεγαλώσαμε στα δρομάκια του Ψυρή, μαζί παίζαμε μπάλα κι αργότερα κρυφομιλούσαμε για κορίτσια. Μετά τον στρατό, σαν να το είχαμε συμφωνήσει, πήγαμε ο καθένας στη δουλειά των πατεράδων μας. Εγώ έμαθα την τέχνη του παπλωματά κι ο Νώντας μπήκε στον φούρνο του κυρ-Κώστα κι ολημερίς έπλαθε κουλούρια και ψωμιά. Μοσχοβολούσε ο τόπος, όταν περνούσες απ` έξω. Δεν φύγαμε ποτέ μακριά από του Ψυρή. Εκεί φτιάξαμε τις δικές μας φαμίλιες και μεγαλώσαμε τα παιδιά μας.
Δεν αντέχω άλλο τη σιωπή στο εργαστήριο. Ξέρω πού θα τον βρω τον Νώντα. Βιάζομαι να φτάσω στην Αγίων Αναργύρων, στο ταβερνάκι του Νικήτα. Ο Νώντας είναι κιόλας εκεί, στο ίδιο τραπέζι ,όπως κάθε μέρα, μπροστά από ένα καραφάκι τσίπουρο. Είναι η δική μας ώρα.
-Έλα Φανούρη, άργησες, μού λέει. Τί θα πιεις; Με ρωτάει, ενώ ξέρει από πριν την απάντηση.
Ο Νικήτας ακουμπάει στο μάρμαρο του τραπεζιού την ταραμοσαλάτα, τις ελιές, τη φέτα, λίγο χταποδάκι-ξυδάτο.
Βλέπω τον Νώντα να χαϊδεύει το μουστάκι του, ενώ τσουγκρίζει το ποτήρι μου.
– Βλέπω, ρε Φανούρη, αυτή τη ζωγραφιά στον τοίχο απέναντι, αυτόν τον τύπο με τα γυαλιά και το τσουλούφι που μισοχαμογελάει. Με περιμένει και σ` άλλους τοίχους, όπου και να στρίψω στη γειτονιά πέφτω απάνω του.
Κι εγώ ήθελα να σού το πω, Νώντα. Δεν ξέρω ποιοι διάλεξαν να ζωγραφίζουν στους τοίχους. Άμα πετύχω κανέναν, θέλω να τον ρωτήσω, γιατί το κάνει. Η γειτονιά μας έχει αλλάξει πολύ. Τώρα που δεν ράβω παπλώματα και βγαίνω πιο συχνά στους δρόμους, είναι σαν να πήγα σ` άλλον τόπο.


ΦΑΝΟΥΡΗΣ, στο ΣημειΩματάριο της Μάνιας Φερτάκη

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:%CE%9D%CE%B1%CF%8C%CF%82_%CE%91%CE%B3%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%91%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BF%CF%85,_%CE%A8%CF%85%CF%81%CF%81%CE%AE_9887.jpg

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

ΜΑΝΙΑ ΦΕΡΤΑΚΗ

Γεννήθηκα στην Αθήνα. Πήρα το πτυχίο Αρχαιολογίας και Ιστορίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Στα χρόνια της νιότης μου, έζησα για ένα διάστημα στο Παρίσι. Από τα φοιτητικά μου χρόνια, γράφω ποιήματα και διηγήματα. Είχα την λογοτεχνική επιμέλεια σε τρεις τόμους, Αντόν Τσέχοφ, Νουβέλες και διηγήματα, σε μετάφραση Γιάννη Στυλιάτη, στις εκδόσεις Κέδρος. Τα Χριστούγεννα στου Ψυρρή, είναι το πρώτο από μια σειρά διηγημάτων, όπου μέσα από την ζωή των μελών μιας οικογένειας, περιγράφονται οι αλλαγές τόπου και ανθρώπων, μέσα στις τελευταίες δεκαετίες.

Αφήστε ένα σχόλιο