Η Νόρα και οι Άλλες: Μια κατάδυση στην ψυχή και στο σώμα, γράφει η Τζίνα Καρβουνάκη

Λευκές μνήμες, Αρετή Καμπίτση, Εκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ, Ιανουάριος 2024
Στο συγκλονιστικό διήγημα «Νόρα», η Αρετή Καμπίτση ξεδιπλώνει ένα σκοτεινό, πολυεπίπεδο ψυχογράφημα, όπου η γυναικεία ταυτότητα, η σχέση με τη μητρότητα, η έννοια της θεραπείας και η υπαρξιακή κόπωση της καθημερινής επιβίωσης διασταυρώνονται με τόλμη και λογοτεχνική ευαισθησία. Η αφήγηση, πυκνή και φορτισμένη, ξεκινά με την κατάρρευση της Νταίζης, μιας νεαρής γυναίκας που επιχειρεί να βάλει τέλος στη ζωή της.
Στην πορεία, ο λόγος περνά στην ψυχολόγο Νόρα, που αναλαμβάνει την υπόθεσή της και γοητεύεται από την ίδια την ένταση της ψυχικής παθολογίας που καλείται να θεραπεύσει. Όμως η σχέση τους δεν είναι θεραπευτική με την καθιερωμένη έννοια: η Νόρα προβάλλει πάνω στη Νταίζη τα δικά της τραύματα, βλέπει τον εαυτό της σε εκείνη, τη μάνα της, την Άννα – μια παλιά θεραπευόμενη με ριζωμένη παρουσία στην αφήγηση – και τελικά όλες τις γυναίκες που επιβιώνουν ή λιγοψυχούν στον πόνο.
Η Καμπίτση αξιοποιεί με εντυπωσιακή δεξιοτεχνία την πρωτοπρόσωπη αφήγηση για να χτίσει όχι μόνο την ψυχολογική τοιχογραφία των χαρακτήρων, αλλά και το φιλοσοφικό υπόβαθρο του κειμένου: ποια είναι η Νόρα πίσω από τους τίτλους της επιτυχίας της; Ποια είναι η γυναίκα πίσω από τη θεραπεύτρια; Η φράση «η Νόρα Μπουοναρότι είναι οι ασθενείς της» αποκρυσταλλώνει με ακρίβεια το κεντρικό υπαρξιακό ερώτημα της αφήγησης.
Το σώμα έχει στο κείμενο πρωταγωνιστικό ρόλο: πονά, πεινά, ιδρώνει, αιμορραγεί, σιωπά, βουλιάζει στην απελπισία, διψά για ζωή. Η Νόρα, μέσα από το βλέμμα της πάνω στο τραυματισμένο σώμα της Νταίζης, αναγνωρίζει το δικό της σώμα – ένα σώμα που έχει εκπαιδευτεί να λειτουργεί, να θεραπεύει, να συμμορφώνεται, μα όχι να επιθυμεί. Η γυναικεία επιθυμία (και η έλλειψή της), η αναπαραγωγική εμπειρία, η σεξουαλικότητα, η υπαρξιακή μοναξιά και η κοινωνική κατασκευή της “επιτυχημένης γυναίκας” διαπερνούν το αφήγημα με ένταση, χωρίς κανένα ηθικό καταφύγιο.
Ο σύντροφος της Νόρας, ψυχίατρος και συνάδελφος, αντιπροσωπεύει την πατριαρχική επιστημονικότητα: δομεί το κλινικό πλαίσιο, επιβάλλει τη φαρμακευτική αγωγή, ελέγχει τη θεραπευτική διαδικασία, ενώ η Νόρα – ως ψυχολόγος, αλλά κυρίως ως γυναίκα – αμφισβητεί την αντικειμενικότητα της διάγνωσης και διεκδικεί μια σχέση εσωτερικής εμπλοκής με την ασθενή. Ωστόσο, ο κίνδυνος της ταύτισης ελλοχεύει: η Νόρα δεν μπορεί να σώσει τη Νταίζη χωρίς να σώσει πρώτα τον εαυτό της.
Η Καμπίτση καταφέρνει να συνταιριάξει το προσωπικό με το κοινωνικό, το ερωτικό με το ψυχαναλυτικό, το τραυματικό με το πολιτικό. Η αναφορά στη Ρώμη – πόλη στην οποία η Νόρα απέκτησε το διδακτορικό της και συνδέθηκε ερωτικά με τον σύντροφό της – προσθέτει μια πολιτισμική και μνημονική διάσταση: η Ιταλία δεν είναι απλώς ένας τόπος, αλλά το παρελθόν μιας ταυτότητας που χτίστηκε μακριά από τον πυρήνα του εαυτού.
Το τέλος του διηγήματος παραμένει ανοιχτό, όχι ως ρητορικό σχήμα, αλλά ως υπαρξιακή θέση: δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, μόνο σπαράγματα επιθυμίας, απογοήτευσης, απόγνωσης, που ζητούν τη δική τους Ένωση – λέξη-κλειδί του κειμένου. Εκεί η συγγραφέας αγγίζει σχεδόν μεταφυσικά την ανάγκη του ανθρώπου για αυθεντικότητα, οικειότητα και αγάπη.
Συμπερασματικά
Το «Νόρα» είναι ένα δυνατό, πολυφωνικό αφήγημα, βαθύτατα ψυχαναλυτικό και φεμινιστικό, που αρθρώνει με λογοτεχνικό τρόπο τις εσωτερικές μάχες της γυναίκας-θεραπεύτριας-κόρης-ερωμένης. Μέσα από έναν έντονα σωματοποιημένο λόγο, μια ποιητική και ταυτόχρονα ρεαλιστική γραφή, η Αρετή Καμπίτση προσφέρει μια σύγχρονη ιστορία για τη ζωή, τον θάνατο και τη δύναμη της γυναικείας επιβίωσης.

Η Αρετή Καμπίτση ζει και εργάζεται στα Χανιά. Σπούδασε Επιστήμες του ανθρώπου και Λογοτεχνία στο τμήμα Ευρωπαϊκού Πολιτισμού του ΕΑΠ και αρθρογραφεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Τρία διηγήματά της έχουν γίνει ταινίες μικρού μήκους. Οι “Λευκές μνήμες” είναι το τέταρτο βιβλίο της.
https://simiomatario.gr/category/istories-dromena/vivlio-book
