Από την Ελένη και Την Πηνελόπη είναι βαθιά η παρακμή και η μοναξιά άσκεπη και δίχως όχθες
Η ΕΛΕΝΗ
Ζηλόφθονο κι εκδικητικό το αντρικό το γένος,
την έσμπρωξε μες στην αχλή της φήμης και του μύθου,
ευάλωτη κι ανήμπορη να παγιδευτεί
στο κενό της αυταρέσκειας και της ματαιοδοξίας.
Υστερόβουλα, την προστάτεψε στ’ ανάκτορο κυρά,
που μάθαινε την αρετή στην υπακοή,
στη σιωπή το σέβας και το πρέπον
και γυναίκα την υπερασπίστηκε,
στα στήθια της, τ’ αυθαίρετα όνειρά του να χαϊδέψει
και στο κορμί της να λειάνει
τις μύχιες πεθυμιές της κτημοσύνης.
Μα εκείνη αρχέγονη μήτρα αξιών,
αυτόχθονη και πρέσβειρα των καιρών,
στάθηκε έξω από το δεσποτισμό,
αμφισβήτησε τη βία της τάξης και του μοιραίου
και αυτομόλησε στη θελκτική τυραννία του αυτοσεβασμού,
λυτρώνοντας το πνεύμα της σε αλήθεια και ελευθερία.
Μαντήλι κόκκινο ανέμισε η Ελένη την ψυχή της,
σαν αίρεση και σαν φυγή, σαν προτροπή και βιάση,
δίχως προσχήματα, χωρίς συνωμοσίες,
λεύτερη, αυτόνομη, δική της και δική τους,
λεμονανθοί οι θάλασσες κι υμέναιοι οι ανέμοι,
ένα λιμάνι όλη η γη, μια πόλη η οικουμένη
και οι καιροσκόποι πίσω της,
σκληρές γενιές των κάστρων,
σφυρηλατούσαν προδοσίες και αφορμές,
και αποφάσιζαν την παρακμή του κόσμου.
ΣΤΗΝ ΠΗΝΕΛΟΠΗ
Στον βράχο εκεί που θα σταθείς
kαράβια ν’ αγναντεύεις ‚
αφρόσκεπα κύματα σαν δεις
να ‘ρχονται αγριεμένα,
μην ξαφνιαστείς, μη φοβηθείς
και με σπονδές δακρύων και κλαυθμών
μην επικαλεστείς τον Δία.
Απλόχωρη την αγκαλιά σου άνοιξε
κι αφέσου γοργόνα Ωκεανίδα,
πρωτόγνωρο νιώσε θώπευμα
και κάλεσμα στων πεθυμιών τη γλύκα,
η κυματούσα θάλασσα του καημού
στα μαϊστράλια να λουστεί,
στον μπάτη των ονείρων να κοπάσει.
Κάποια βαρκούλα θα φανεί ,
κάποιο ψηλό κατάρτι,
μπορεί και μια σανίδα ταπεινή
στους πόθους σου λιγοθυμιά
και τη λαχτάρα του ερχομού να φέρει,
δέσποινα, τον αργαλειό ν’ αφήσεις
και τις μέρες σου υφάδι να μην πλέκεις.
Περίμενε στο ακρογιάλι μόνη,
άγνωστη,λεύτερη,πιστή στον έρωτά σου
αξόδευτη πλησμονή μακάριας ψυχής ‚
δίχως μνήμες γυναικών και αναφορές,
χωρίς δαψίλευμα ανδρών και συνηγορίες
μη σε ‘βρει η Αθηνά και σε παρηγορήσει
κι αχρείαστα ο Όμηρος σε διακονήσει.
Θα ‘ρθει ο Δυσσέας, θα ‘ρθει,
από του νόστου την άγρια πεθυμιά,
απ’ τη σοφία των βίαιων καιρών,
αλύτρωτος από γνώσεις και εμπειρίες,
λεύτερος από δελεασμούς και προκλήσεις,
προσκυνητής στην αφοσίωση και την πεποίθησή σου
με λύτρα ζωής τα ώριμα τ’ αξόδευτα τα χρόνια.
ΦΟΒΑΜΑΙ
Με τη μνήμη κοντή κι ασπούδαστη την αλήθεια,
ασύνετοι οι καιροί και βία η ιστορία.
*
Εντέλλονται το μέλλον αυτόκλητοι αρχηγοί
κι επίδοξοι προφήτες ομνύουν στην καταστροφή
μ’ επιδρομές στο όνειδος και τη συνενοχή
δύο γενεών που φύγαν και μιας που απορεί.
*
Και φοβάμαι.Φοβάμαι το άγγελμα το ευοίωνο
το μήνυμα τ’ απόκρυφο σ’ ερμήνευμα προσωπικό.
*
Συνείδηση με επινόηση και σκέψη σε μεταφορά,
η σωτηρία υπόδειξη και η αποδοχή ανάγκη.
*
Βουλεύεται ωρυόμενο και λειψό το μέγα πλήθος,
οι εύσχημοι, μεσίστιες ατενίζουν τις βεβαιότητές τους
με λογισμό χωρίς υπέρβαση και γνώση δίχως μέθη,
μύχια επίκληση η συμφορά και η ουτοπία μέτρο
*
Και φοβάμαι.Φοβάμαι και πάλι να υποπτευθώ
σχήματα ελευθερίας στο περιθώριο και τον πανικό.
*
Η αυθεντία θέσπισμα και η ιδεοληψία ήθος,
η αυταπάτη αθώωση και η ευθύνη πλάνη.
*
Δικάζεται παράλυτη η εποχή και χειραγωγημένη,
κοστολογείται η ζωή με μηδενισμό κι αποποιήσεις,
θρίαμβος πνεύματος ο θυμός κι ανέστιος ο λόγος
με τη δικαίωση αρετή και τη συνέπεια κρίση.
*
Και φοβάμαι.Φοβάμαι τη νοσταλγία του εφικτού,
τ’ αργύρωμα της ευπείθειας σε διαδοχή και τάξη.
ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΗΣ ΓΗΣ
Με λογισμό και όνειρα
αποτείχιζαν την πατρίδα,
ψηλαφούσαν τ’ ανάγλυφο της γης με δέος
κι έσφιγγαν στην ψυχή τους
τη μόνη τους προσδοκία.
Να χωρέσουν στο νέο τόπο.
Τρύπωνε στο βλέμμα τους πεισματικά η ανάγκη,
μια ως παράκληση και μια ως ανταρσία,
ανώνυμοι στην υποταγή,
μόνοι στον αυτοσαρκασμό και την ειρωνεία
και στα σφιγμένα χείλη τους,
σώπαιναν την πικρόχολη οργή
και μάθαιναν την περηφάνια.
Είχε βαθιές ρωγμές και απορίες
τούτη η απαιτητική σιωπή
και προστρέξαμε να δικαιωθούμε
με αυτάρεσκους φόβους
και προστατευτικές ενοχές.
Τους σημαδέψαμε μετανάστες κι εισβολείς
μ’ ένα εξιλεωτικό σύνδρομο
πνευματικής υστέρησης και ψυχικής αναπηρίας.
Επιβεβαιωθήκαμε με μαρτυρίες
πίσω από επίπλαστες κοινωνικές ηχήσεις
και υστερικά εθνικά σαλπίσματα ,
κι αποφύγαμε να τους δεχτούμε πολίτες της γης,
χωρίς να μας βαραίνει ο υβρισμός και η αθλιότητα.
Μινύρισμα των ανθρώπων οι καιροί
σε περιτειχισμένες και απρόσωπες πολιτείες,
δύσκολοι για μοίρασμα και αποδοχή
γιατί είναι βαθιά η παρακμή
κι η μοναξιά άσκεπη και δίχως όχθες.
https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/to-simiomatario-toy-giorgoy-alexnadri
