Η σύγχρονη ποίηση, ως κάτοπτρο στο κοινωνικό καλειδοσκόπιο
Συνομιλώντας με τις ποιητικές συλλογές της Μάρας Ανδρέου, Νατάσας Βαρελά, Πηνελόπης Ζαλώνη και Φωτεινής Σκιαδά.

Ποίηση είναι η συμπλήρωση του κόσμου με όντα από λέξεις.
https://maxmag.gr/synenteukseis/giorgos-mplanas/
Καμιά φορά ένας ορισμός μοιάζει με απλησίαστο κάβο, προς τον οποίο πασχίζει να φτάσει ο ασκούμενος ποιητής, αγωνιώντας να αγκιστρωθεί στη σιδερένια δέστρα του για να σωθεί από «βέβαιο πνιγμό». Άλλοτε, πάλι, ο ίδιος ορισμός μπορεί να γίνει βρόχος – θηλιά, σφιχτά περιτυλιγμένη στου νου το «ελεύθερο». Τότε δημιουργείται η ανάγκη της υπέρβασής του, της στοιχειοθέτησης των εσωτερικών συμβόλων του, της γλωσσολογικής του χαρτογράφησης.
Για τον ποιητή οι λέξεις, κάποιες φορές, τσακίζονται πληγωμένες στους βράχους – αιμορραγούσες έννοιες.
Άλλοτε: σαν πρόκες […] καρφώνονται να μην τις παίρνει ο άνεμος1, ή ταπεινές ευγνωμονούν: Αν δε μου ‘δινες την ποίηση, Κύριε, δε θα ‘χα τίποτα για να ζήσω2.
Κι άλλοτε ριγμένες στα κύματα, σωτήριες, σαν σχεδίες, σε τρικυμία αλύπητη…
… Οι λέξεις αυτές οι σχεδίες στην αγριεμένη θάλασσα πόσους ζωογόνησαν έσωσαν ανάστησαν πόσους τραυμάτισαν έπνιξαν αφάνισαν Οι σχεδίες – λέξεις πόσες ελπίδες έδωσαν στους ναυαγούς που τώρα περπατούν με σιγουριά στην αποβάθρα Α, το όνομά μου, δύο λέξεις
https://www.youtube.com/watch?v=Eg6jwb7V7ps&list=RDEg6jwb7V7ps&start_radio=1
Αναζητώντας, λοιπόν, την οντότητα των λέξεων στον ποιητικό ορίζοντα, ανακαλύπτει κανείς τη μαγεία της πολυμορφικότητάς τους, και, ταυτόχρονα, διαπιστώνει ότι, πέρα από την ακουστική και γραφηματική τους μορφή, οι λέξεις λειτουργούν εικονιστικά, συνθέτοντας το οικοδόμημα του ποιητή, που άλλο στο μυαλό του δεν έχει από τη δημιουργία ενός παράλληλου κόσμου, όπου θα στεγάσει το όραμά του.
Επομένως, μέσα στην ποιητική λειτουργία, η γλώσσα δεν μπορεί παρά να αποδεσμευτεί από τη χρηστική της διάσταση, για να ανυψωθεί σε πράξη δημιουργίας.
Προσεγγιστικές απόπειρες
Α. Ιχνηλατώντας (Σ)τα Υστερόγραφα της Μάρα Ανδρέου
Η Μάρα Ανδρέου, με την πρώτη της ποιητική συλλογή, εισάγει δυναμικά το προσωπικό της ποιητικό ιδίωμα. Η γλώσσα της είναι καθημερινή, πεζόμορφη, κοφτή – έντονα σωματοποιημένη – ενώ σε πολλά σημεία γίνεται ωμή και σοκαριστική.
… Στιγμιαία ανάφλεξη. Μετά σκεφτόμουν τους νόμους της φυσικής περί υλικών και μου έβγαζε νόημα. Σαν πτώμα χοντρού ανθρώπου σε κρεματόριο που δεν λιώνει. Φυσικά! Αυτό είναι.
Κυλά χωρίς πραγματική παύση — παρά τις επαναλαμβανόμενες, κάποιες φορές, τελείες ανά στίχο — για να μεταμορφωθεί σε ένα «υπερσύμβολο» και να μεταθέσει το ποιητικό τοπίο σε ένα σύμπαν όπου το ρεαλιστικό μετατοπίζεται ακαριαία στο φανταστικό.
Άναψα ένα τσιγάρο. Πριν σβήσει, άναψα με την καύτρα το επόμενο.
Τα μάτια μου έτρεχαν πεταλούδες.
Η μύτη μου έτρεχε κουκούλια από κάμπιες.
Σε αυτό το φανταστικό πεδίο, το σύμβολο δεν λειτουργεί ως απλή μεταφορά ούτε ως διακοσμητικό στοιχείο· γίνεται η ίδια η κυρίαρχη ύλη του ποιήματος. Εγκαθίσταται ανάμεσα στα πιο κοινά πράγματα και αποκαλύπτει την παθογένεια που φωλιάζει στην εσωτερικότητά τους. Πόσο ζημιογόνα μπορεί να γίνουν: μια φωτογραφία, ένα χρώμα τοίχου, ένα δωμάτιο; Πώς μπορεί ένας χώρος που αρχικά μοιάζει ασφαλής να μεταμορφωθεί σε μια αποπνικτική στάση ζωής; Πώς μπορεί να παγιδεύσει τα αισθήματα μέχρι αυτά να αποκτήσουν βάρος, όγκο και σχεδόν υλική υπόσταση;
Ανάμεσα στους τοίχους αυτούς εδώ.
Που τους ντύσαμε με φωτογραφίες ολόκληρης της σύντομης ζωής μας.
Που τους βάψαμε με χρώματα και ιδέες.
Που τους υψώσαμε να μη φτάνει κανείς να μπει μα ούτε να βγει.
Με αυτόν τον τρόπο εγκλωβίστηκε ολόκληρος ελέφαντας.
Ο ελέφαντας εδώ δεν λειτουργεί ως απλό αφηγηματικό εύρημα, αλλά ως συμπύκνωση του ανείπωτου που διογκώνεται μέσα στον περιορισμένο χώρο της ανθρώπινης κατάστασης. Ό,τι δεν ειπώθηκε, ό,τι παραμερίστηκε, επιστρέφει ως υπερμεγέθης παρουσία που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.
Σε αυτό το σημείο, σχεδόν αυτόματα, αναδύονται, σαν επιβεβαιωμένες προφητείες, οι λέξεις του Τσιμάρα Τζανάτου:
Πόσα ζώα χωράει ένα άνθρωπος…
Επιπλέον, μια ογκώδης εσωτερική συσσώρευση αντικρουόμενων πόλων απομακρύνει το ανθρώπινο από το κέντρο του, καθιστώντας το δυσανάλογα αδύναμο να διαχειριστεί έλλογα την παθητική ήττα του ψυχισμού του. Το σώμα και η ψυχή δονούνται, ως πεδίο έντασης πολλαπλών παρορμήσεων και ανείπωτων βαρών. Στη δίνη αυτής της διεργασίας το «ανθρώπινο» δεν παγιώνεται ποτέ· είναι πάντα ένα πλήθος οντοτήτων που πάλλονται και μεταμορφώνονται.
Όλος ο ουρανός γεμάτος ψάρια. Να στροβιλίζονται στον αέρα, να κάνουν βουτιές στο κενό και να ξανά υψώνονται με φόρα. Πανέμορφα, πολύχρωμα ψάρια, που πετούσαν κάτω κι ανάμεσα απ’ τα σύννεφα. Λίγο αργότερα, είχε συνηθίσει πια το μάτι και η θέα ήταν κάτι άλλο παρά παράδοξη. Απλώς, όταν τα ψάρια κατέβαιναν να πιουν λίγο νερό, είχαν το βλέμμα θολό, μπαγιάτικο.
Η Μάρα Ανδρέου επιτελεί, στην ποιητική της πράξη, την αναγωγή του ανθρώπινου συστατικού σε κάθε ον, ως φυσική μετάβαση, επιπροσθέτως, προκαλεί τις αισθήσεις και αναπαράγει αισθήματα, κάνοντας ξεκάθαρο ότι το εσωτερικό παύει να παραμένει άρρητο και εγγράφεται πάνω στο σώμα ως ανεξίτηλο ίχνος.
… Τα μάτια μου κλαίνε γραμμές άχρωμες και διαφανείς
Αυτό από μόνο του είναι ένα εκλεκτό και καθόλου αμελητέο θησαύρισμα.
Β. Κανείς δεν κατάφερε ν’ αποδράσει. Τίτλος ρητός, ευθύς και αιχμηρός σαν ξίφος.
Η Νατάσα Βαρελά, μετά την πρώτη της ποιητική συλλογή, Το σκιάχτρο κι άλλες μορφές, επανέρχεται με έναν δυναμικό τίτλο που προϊδεάζει τον αναγνώστη για τον προσανατολισμό της νέας της πρότασης, και επιβεβαιώνει το ποιητικό της στίγμα, το οποίο επικεντρώνεται στη λιτότητα της γλώσσας και στην ενσυνείδητη τοποθέτηση της γραφής της, που δεν εξαντλείται στο βίωμα, αλλά διευρύνεται μέσα από τη διανοητική θέαση της ποιήτριας επί των πραγμάτων.
Επιπλέον, οι αναφορές και οι συνδέσεις με έργα άλλων καλλιτεχνών όπως της Σύλβιας Πλαθ και του Τζουλς Συπερβιέλ, καθώς και η ταύτιση του τίτλου του ποιήματός της «Embryons desséchés» (Αποξηραμένα Έμβρυα) με το ομώνυμο έργο του Γάλλου συνθέτη Ερίκ Σατί, υποδηλώνουν τα σημεία αναφοράς της ποιητικής της. Ο έρωτας, η υπόσταση, η ψυχική επαφή, το έρμα, το παρελθόν, η απώλεια και το ατελεύτητο, αν και θέματα πολυδουλεμένα, διαχρονικά και ανεξάντλητα, προσεγγίζονται με έναν διορατικό τρόπο χωρίς να περιχαρακώνονται σε τετριμμένες αναπαραστάσεις, αντίθετα, εξοστρακίζονται από το επίπεδο της απλής θεματολογίας σε πεδία υπαρξιακής διερεύνησης, όπου το σώμα, η μνήμη και η φθορά αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο και ανασημασιοδοτούνται μέσα από μια ποιητική που υπερβαίνει το βιωματικό και τις όποιες συμβάσεις του.
συνέχεια από τότε μέχρι σήμερα
πίσω ακριβώς από το φως της άλλης μέρας/ εκεί που πέρασες το πόδι στην κοιλιά μου/ και πριν κατέβει κι άλλο ο λαγός από τον ουρανό/ και ακουμπήσει την ουρά του στο ζεστό μας πρωινό/ γλυκά τα μάγουλα τα κόκκινα στα απαλά τα χέρια/ μα κρίμα που το φως ανήκει πάντα σε άλλη μέρα.
Σημαντικό ρόλο παίζουν τα γλωσσικά εργαλεία, η λιτή, αλλά έντονα εικονική γραφή. Οι εικόνες είναι καθαρές, συχνά σκληρές, και δεν συνοδεύονται από ρητορική υπερβολή. Αυτή η απογυμνωμένη αισθητική δημιουργεί μια ιδιαίτερη ένταση, διευρύνοντας την αναγνωστική απόλαυση.
Έρμαια όλα μιας μικρής ριπής αέρα/ επιρρεπή στην πτώση τους από ένα λάθος/ Με τι κουράγιο ν’ αρχίσω ξανά την ανάβαση;
Η δύναμη των ποιημάτων δεν προκύπτει από την εξωτερική δραματοποίηση, αλλά από τις συντεταγμένες της προσέγγισης. Για παράδειγμα, η μυθολογική αναφορά δεν λειτουργεί ως ερμηνευτικό στήριγμα, αλλά ως ενεργός μηχανισμός παραγωγής νοήματος. Η επίκληση μορφών και τόπων της αρχαίας παράδοσης εγγράφει το ποιητικό υποκείμενο σε μια διαδικασία μύησης, όπου ο έρωτας ταυτίζεται με πρόσκληση προς το μυστήριο και πρόκληση για υπέρβαση των ορίων. Η ερωτική πράξη δεν αποδίδεται ως ένωση, αλλά ως τελετουργία δοκιμασίας.
Το χάδι σου στην έξω μεριά του χεριού/ ένα άγγιγμα του Μίδα, λάμπω/ μια λάμψη από το βλέμμα σου/ κι έρχεται η νύχτα που με φωνάζεις/ γυμνή ν’ ανέβω το μονοπάτι/ από την Κίρρα στο Μαντείο των Δελφών/ κι εσύ μασώντας ήδη ροδοδάφνη/ ήδη σε έκσταση λούζεις/ στην Κασταλία λίμνη τα μαλλιά μου/ χρησμό δεν δίνεις μέχρι να σου παραδοθώ/ μα είναι η μέρα η τελευταία και σου ψελλίζω/ «ν’ αποφεύγεις το πέλαγος»
Αποκαλυπτική όσο και μυστηριώδης η ποιητική της Νατάσας Βαρελά, φωτίζει το προσωπικό ασυνείδητο του αναγνώστη, μετατρέποντας την εμπειρία ανάγνωσης σε βατήρα κατάδυσης προς το αναπόδραστο.
Γ. μανιφέστο στεναγμών, μια πράξη γένεσης
… ήταν γυναίκες –το σκοτεινό κομμάτι της ιστορίας– αυτό ήταν το έγκλημά τους·
Τι περίεργο πράγμα η γλώσσα. Και τι δεν χτίζει!
Απλές λέξεις, έναν χαιρετισμό, έννοιες – λεπτές διανοητικές ίνες ή έναν κόσμο. Θέλει μαστοριά η γλώσσα. Την παράγει ο νους, την ακολουθεί η ψυχή, τη διαβάζουν τα μάτια, την κινούν τα χείλη, κι εκείνη χτίζει, βροντερά ή σιωπηλά, χτίζει.
Η Πηνελόπη Ζαλώνη, θωπεύοντας τη γλώσσα, εξευμενίζοντάς την, σχεδόν, σαν μνήμη παλιά, έχτισε την τρίτη ποιητική της συλλογή, μανιφέστο στεναγμών, δημιουργώντας ένα τρισδιάστατο τοπίο, όπου συνεργούν το είμαι, το είσαι και το είμαστε – το εγώ, το εσύ και το όλον. Η μία διάσταση εμπεριέχεται μέσα στην άλλη, σαν να εκτίθενται και ταυτόχρονα να διαφυλάσσονται από την ίδια πράξη, τον ίδιο κίνδυνο, τον ίδιο πόνο.
Μαύρες, ασάλευτες φιγούρες
κινούνται σε μια ορισμένη ακτίνα/ σαν συγκοινωνούσες ελευθερίες/ σε συστάδες/ σ’ ανοιχτές φυλακές/ όπου ευημερούν οι αριθμοί/ κι υποφέρουν οι άνθρωποι
Η ροή του ποιητικού έργου, μυσταγωγική, παρασύρει τον αναγνώστη σε μια ακολουθία αισθήσεων οι οποίες δεν γεννώνται από το γεγονός, αλλά από τη δύναμη της δρώσας γλώσσας.
Πόνος ο Μέγας.
Τσακίζει σώματα,/ αυτά τα απομονωμένα σπαράγματα./ Κορμιά που ξεπερνούν το όριο της αντοχής τους,/ που εξουσιάζονται παραπάνω απ’ όσο πρέπει, απ’ την απουσία.
Ίσως, κάποιος, να αποτολμούσε ένα μόνο γράμμα για να χαρακτηρίσει το θεμέλιο αυτού του ποιητικού συνόλου, και, ίσως να ήταν αυτό, το θ: θάνατος, θρήνος, θραύσμα, θλίψη, αλλά και θαλπωρή, θέλγος, θέληση, θάρρος. Λέξεις-οντότητες που κατοικούν στο ανθρώπινο σύνεγγες, οικοδομούν δυναμικά τον ποιητικό κόσμο της Πηνελόπης Ζαλώνη, κάτω από τη σκέπη του μανιφέστου στεναγμών – δυνητικά εύστοχου τίτλου της συλλογής.
Όλα είναι εδώ
και όλα λείπουν./ Σε κατώφλια μισοφαγωμένα,/ στην πόρτα που χορτάριασε,/ σε κορμιά μανταλωμένα./ Μου το ‘πε η λεμονιά η αμαράζωτη,/ με ένα ύφος καταθλιπτικής ευπρέπειας.
Η ζύμωση της γλώσσας είναι σπουδαία. Υπερβαίνει τη νοητική σύλληψη, ντύνοντας τα στοιχεία του τοπίου με την αίσθηση της φθοράς, της απουσίας και της θλίψης –αποφεύγοντας κάθε επιφανειακή επίκληση συναισθημάτων και μελοδραματικές εκτροπές. Η γεωγραφία της ποιήτριας δεν περιορίζεται στη χρήση χαρτογραφημένων λεκτικών εργαλείων και προκαθορισμένων ορίων. Μαλάσσει τις λέξεις με θέρμη, απογειώνοντάς τες έτσι όπως μόνο ένας μύστης θα μπορούσε, ώστε ο αναγνώστης να αιχμαλωτίζεται από την όψη και την ηχώ του λόγου της.
Να ξεδιψάσουν ήθελαν
χωρίς να πιουν νερό,/να ονειρευτούν χωρίς να κοιμηθούν,/ να φτάσουν χωρίς να πορευτούν/ μα ήταν σώματα ακριτικά/ στοιβαγμένα σε καρότσες,/ σώματα και ψυχές που με μια ακατάσβεστη ματιά/ αντίκρυζαν τρεις χώρες
Στα δάση του Έβρου/ στα βάθη του Αιγαίου/ στις πρωτογενείς πληγές/ και στις ψημένες βουλές/ κρύβεται η ουροβόρος μνήμη.
Ουροβόρος μνήμη… Το όλον έγκειται στο αέναο.
Η ποιητική συλλογή μανιφέστο στεναγμών είναι ένα ώριμο δείγμα αυτής της σύλληψης. Ο χρόνος είναι κυκλικός, η ιστορία, η ύπαρξη, η μνήμη, οι όψεις της αλήθειας, η φενάκη της βεβαιότητας… επανατροφοδοτούνται από το σώμα τους και ανασυστήνονται, συγκροτώντας ένα πεδίο ατελούς ροής της ζωής και μιας αδιάκοπης επιστροφής του γίγνεσθαι στο πρωτογενές και τανάπαλιν.
Δ. Ποιήματα-χρησμοί σε γλωσσική ιδιορρυθμία
Αν υποθέσουμε ότι ο τίτλος Λύχνος που επέλεξε η Φωτεινή Σκιαδά για την ποιητική της συλλογή υποδηλώνει την εσωτερική αναζήτηση στα ζητούμενα της σκέψης, την κοπιώδη διαδρομή προς την εξιχνίασή τους, το επίπονο ταξίδι της μνήμης αλλά και την έλλειψη διαύγειας και καθαρότητας στα κρίσιμα ζητήματα της ύπαρξης, τότε ίσως έχουμε αποκωδικοποιήσει ένα μέρος της υπαρξιακής αγωνίας που διαχέεται στη γραφή της. Επίσης, αν δεχτούμε ότι η ύπαρξη των σκίτσων, που συνοδεύουν κάθε ποίημά της, λειτουργεί ως ρίψη φωτός στο νόημά τους, θα αντιληφθούμε τη δεξιοτεχνική ικανότητα διαχείρισης των ορίων μεταξύ της λογικής και του συναισθήματος, που διέπει τα εκφραστικά της μέσα.
Αν πάλι διαμορφώσουμε με την ποιητική της ένα εικαστικό σκηνικό, θα είναι σαν να ακολουθούμε έναν παράξενο περιηγητή σε σκοτεινό κάστρο, ο οποίος με τη βοήθεια του ισχνού φωτός ενός λύχνου, μας οδηγεί στα μυστικά δωμάτιά του, όπου φυλάσσονται: τα θραύσματα της μνήμης, τα ανομολόγητα μυστικά της ανθρώπινης ύπαρξης, ο αμφίρροπος ζυγός της δικαιοσύνης και τα στρεβλά κάτοπτρα της αλήθειας.
… και τα στημόνια ανέλεγκτα περιελίχθηκαν, ακολουθίες απροσδιόριστες υφαίνοντας. Πλησίασα διστακτικά, μυωπικά, τα απρόσμενα μοτίβα, τον κώδικα, που οι μοίρες επεφύλασσαν να εντρυφήσω.
Η φωνή της Σκιαδά, αν και ήρεμη, εν μέσω κυματώδους πελάγους, εκπέμπει την υπόκωφη αγωνία ενός στοχαστή των υπέρ και των κατά, που όμως έχει το σθένος να παλέψει στα κύματα, όχι ως ναυαγός ούτε ως σωτήρας των ναυαγισμένων, αλλά σαν βράχος που δέχεται την ορμή των κυμάτων, χάνοντας αργά, μέσα στον χρόνο, τη μορφή αλλά όχι και τη δύναμή του, απαραίτητα.
Μόνη εγώ και η σκοτεινή απεραντοσύνη. Κάτω απ’ τη σχισμή του Γαλαξία, ένα τριζόνι κρούει τον καημό του. Μακριά ακούγονται θαλασσοπούλια, πίσω απ’ το στεναγμό του κύματος. «Πού είναι τα νιάτα…» «Πού είναι το γήρας…» Μόνη εγώ, μέσα στην αινιγματική απεραντοσύνη της ζωής.
Παρατηρώντας την παλλόμενη φλόγα του Λύχνου και ακολουθώντας τη φορά των σκιών που δημιουργούνται ανάλογα με την κλίση και την περιφορά της, αλλά και τη ροή των ετερόφωτων στίχων της Σκιαδά – ετερόφωτων όχι γιατί στερούνται αυτοενάργειας και δυναμικότητας αλλά γιατί τεχνηέντως προσφέρονται προς φωτισμό – καταλήγουμε σε ένα αποκαλυπτικό σημείο σύγκλισης, στο οποίο συνδέονται αντίρροπα σημεία της γλωσσικής λειτουργίας ταλαντώνοντας τα παραγόμενα νοήματα, διαπιστώνοντας ότι η ποιητική της δεν παρασύρει αλλά παρακινεί.
Σκέψεις – κατ’ εξακολούθηση – για τη σύγχρονη ποίηση
Το ποιητικό έλλειμμα, για το οποίο –κατά συρροή– ενοχοποιείται η σύγχρονη ποιητική παραγωγή, κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος, δεν οφείλεται στην αποδυνάμωση του ποιητικού βαρόμετρου ή στην απουσία ικανών εκπροσώπων της. Οι προαναφερθείσες ποιητικές συλλογές αποδυναμώνουν με την ποιότητά τους, αυτόν τον ισχυρισμό και επιβεβαιώνουν ότι η ρηχή προσέγγιση της ποίησης είναι ένας ακόμα δείκτης της επικρατούσας κοινωνικής τάσης προς την ομαδοποίηση, τη σαρωτική ισοπέδωση των εννοιών, τη γενικότερη κατάπτωση της γλώσσας και κυρίως την εξομοίωση της ποιητικής τέχνης με μια αυτάρεσκη «περιστροφή περί τον εαυτό», ο οποίος εκτός από αυτόνομος και αυτάρκης εμφανίζεται και ως «αυτόφωτος» – χαρακτηριστικά που γιγαντοποιούνται από τη μερική αποστασιοποίηση και τη δηκτική συμπεριφορά ορισμένων παραγόντων της πνευματικής ελίτ.
Κάθε γενιά κουβαλάει το έρμα της. Ας αναλογιστεί, λοιπόν, η προηγούμενη γενιά με τι τροφοδότησε αυτό το έρμα και ας απεξαρτηθεί η νέα γενιά ποιητών από τη μανιακή ευθυγράμμιση του κόσμου με το προσωπικό της κέντρο. Η ποίηση δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στα ακαδημαϊκά έδρανα ή να περιοριστεί αποκλειστικά σε διανοητική λειτουργία. Η ποίηση, αντιθέτως, οφείλει να είναι ένας συνεχής διάλογος, ένας μοχλός ανατροπής, ένα πεδίο μετάβασης προς την πιο γενεσιουργό ουτοπία που θα προσφέρει στο μέλλον το βαθύτερο αποτύπωμα. Επισημαίνει ο ποιητής…
Αρχίζεις να σπρώχνεις μια λέξη στο στίχο
κ’ η λέξη δε μπαίνει.
Επιμένεις και σπάει.Η ποίηση — είν’ ένα ταξίδι
σ’ άγνωστη χώρα.
Η ποίηση — είναι ταυτόσημη
με την παραγωγή ραδίου.
Για μια και μόνο λέξη
λιώνεις χιλιάδες τόννους
γλωσσικό μετάλλευμα.Όσο πάει αγαπώ λιγότερο
όσο πάει λιγότερο τολμώ
η πιο φρικτή απόσβεση
είναι, η απόσβεση του νου και της καρδιάς.Όταν ο ήλιος θ’ ανατείλει
σαν καλοθρεμμένος κάπρος
σ’ ένα μέλλον δίχως αναπήρους και ζητιάνους
εγώ θα ‘χω πεθάνει στην ψάθα
μαζί μ’ άλλους δυο τρεις του συναφιού μου.
Συντάξτε από τώρα
τον μεταθανάτιο ισολογισμό μου!
Το βεβαιώνω και ξέρω πως δεν πέφτω έξω:
απ’ όλους αυτούς
τους σημερνούς καταφερτζήδες
αυτούς που γλείφουνε ποδιές και πλένε στα λεπτά
μονάχα γω θα μείνω βουτηγμένος μες στα χρέη.Ο ποιητής
Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι, «Συνομιλία μ’ έναν φοροεισπράκτορα περί ποιήσεως»
μένει πάντοτε χρεώστης
απέναντι στον κόσμο.
Πληρώνει πάντα τόκους και υπερημερίες
για τον πόνο των ανθρώπων.
Μένω χρεώστης
απέναντι στη φωτοχυσία του Μπρόντγουέυ
απέναντι σε σας, σύννεφα της Βαγδάτης
απέναντι στον Κόκκινο Στρατό, στις βυσινιές της Ιαπωνίας
που δεν πρόφτασα ώς τώρα
να τις τραγουδήσω.
Σημαντική και επαναλαμβανόμενη σημείωση
Το κείμενο περί ποιητικής, καθώς, και η αναγνωστική εμπειρία για τις ποιητικές συλλογές: Στα Υστερόγραφα, Κανείς δεν κατάφερε ν’ αποδράσει, μανιφέστο στεναγμών και Λύχνος, απέχει μακράν από κάθε είδος δοκιμιακού ή κριτικού λόγου. Αν κάποιος θελήσει να το κατηγοριοποιήσει, ας το χαρακτηρίσει ως μέσο έκφρασης της ψυχικής προσέγγισης του γράφοντος, που προκλήθηκε από την ανάγνωση των προαναφερθέντων ποιητικών συλλογών, καθώς και από τις απορίες και αναζητήσεις του, περί ποίησης.
Επισήμανση:
Το περιοδικό ΣημειΩματάριο δεν συμμετέχει σε καμία εμπορική συναλλαγή και δεν λαμβάνει οποιαδήποτε μορφή αμοιβής για τις προσεγγίσεις του σε λογοτεχνικά έργα.



