Μαρία Κουγιουμτζόγλου: «Ο γαμπρός της Ευτυχίας»
Διήγημα για τον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο: “Το τείχος της ευτυχίας”
Η Ζωή άνοιξε τα μάτια, πέταξε τα σκεπάσματα από πάνω της και σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι για να ξεκινήσει την καινούρια μέρα. Κοίταξε γύρω της νυσταγμένα και αφού τεντώθηκε, έδεσε τα μακριά μαλλιά της μ’ ένα πρόχειρο λαστιχάκι που είχε περασμένο στον καρπό του χεριού της, στα τυφλά. Προχώρησε ξυπόλυτη προς την κουζίνα και ανοιγόκλεισε ένα-δυο ντουλάπια, εξερευνώντας το περιεχόμενό τους. Αναφώνησε «εύρηκα» ικανοποιημένη κι έβγαλε απ’ το εσωτερικό τους μια μεγάλη κούπα, φίλτρα για την καφετιέρα, ζάχαρη και καφέ. Σήμερα ήταν η τρίτη κατά σειρά μέρα στο νέο της σπίτι στα Χανιά της Κρήτης, όπου μετακόμισε πρόσφατα. Είχε περάσει τα δύο τελευταία εικοσιτετράωρα, τοποθετώντας πίνακες και μικροαντικείμενα, μετακινώντας έπιπλα και αδειάζοντας κούτες και βαλίτσες με ρούχα, προσωπικά αντικείμενα και βιβλία που προσπαθούσε να τακτοποιήσει και να βρει γι’ αυτά την κατάλληλη θέση μέσα στο νέο χώρο.
Ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στον εαυτό της στον καθρέφτη, ήρθε στο μυαλό της η γιαγιά της, απ’ την οποία πήρε πατροπαράδοτα τ’ όνομά της. Η γιαγιά Ζωή, Σμυρνιά στην καταγωγή, έκανε ότι μπορούσε για να περάσει στην εγγονή της το μήνυμα, ότι την καινούρια μέρα πρέπει να την υποδέχεται σα να είναι ιδιαίτερη… Λες και κάτι υπέροχο και σημαντικό να πρόκειται να συμβεί κατά τη διάρκειά της.
«Ακόμα και αν είσαι μόνη στο σπίτι, να φροντίζεις να είσαι καθαρή και περιποιημένη σα να πρόκειται ανά πάσα στιγμή κάποιος επισκέπτης να χτυπήσει την πόρτα σου. Έτσι προκαλείς το καλό να σε βρει», συνήθιζε να λέει, εξιστορώντας προσωπικές ιστορίες, εμπλουτισμένες με αποφθέγματα ζωής, μυθοπλασίες πασπαλισμένες με χρυσόσκονη και τη σοφία της.
Το βλέμμα της έπεσε πάνω στις άδειες χάρτινες κούτες που ήταν στοιβαγμένες στο πάτωμα. Χλωρίνες, απολυμαντικά και ξεσκονόπανα ήταν παρατημένα σε μια άκρη, απομεινάρια των ημερών που προηγήθηκαν. Βιβλία, πίνακες και διάφορα άλλα μικροαντικείμενα βρίσκονταν διάσπαρτα σχεδόν παντού. Με μια γκριμάτσα έδιωξε απ’ το μυαλό της τη γιαγιά της, σκεπτόμενη ότι, δεδομένων των συνθηκών ήταν αδύνατο πρακτικά, τουλάχιστον σήμερα, ν’ ακολουθήσει τις συμβουλές της. Προχώρησε προς τη μπαλκονόπορτα, άνοιξε διάπλατα τα παραθυρόφυλλα και άφησε να μπει μέσα φρέσκος αέρας. Οι κουρτίνες ανέμισαν από ένα ανάλαφρο αεράκι. Τα τιτιβίσματα των πουλιών που συναγωνίζονταν, μαρτυρούσαν ότι είναι μια όμορφη, καλοκαιρινή μέρα. Έβγαλε το κεφάλι της λίγο έξω και κοίταξε πάνω, ψηλά προς τον ουρανό. Αφού ατένισε για λίγο το γαλάζιο του, αναστέναξε ελαφρά και πήγε προς στην κουζίνα, για ν’ απολαύσει τον πρωινό καφέ της.
Μερικές ώρες αργότερα, αφού συμμάζεψε κατά το δοκούν τον εσωτερικό χώρο, βρέθηκε αμήχανη να εκτιμά την κατάσταση στον εξωτερικό χώρο του σπιτιού. Η αυλή που το περιέβαλλε παρουσίαζε εξαιρετικά θλιβερό θέαμα συγκριτικά με τις αυλές που υπήρχαν τριγύρω στη γειτονιά. Σκίασε το πρόσωπό της με το ένα χέρι και ατένισε τριγύρω στα γειτονικά σπίτια. Τριανταφυλλιές θαμνώδεις, αναρριχώμενες, λεμονιές, ροδιές, μπουκαμβίλιες σε κάθε πιθανή απόχρωση, σφάκες, πορτοκαλιές, γιασεμιά κυριαρχούσαν ολόγυρα παντού, πλημμυρίζοντας τα μάτια και τις αισθήσεις με χρώματα και ευωδιές. Στη δική της αυλή, η χτιστή ζαρντινιέρα ήταν γεμάτη ξεραμένα λουλούδια, αναποδογυρισμένες γλάστρες και αγριόχορτα. Λίγο πιο πέρα, μια ακλάδευτη πικροδάφνη έδειχνε απότιστη αρκετό καιρό. Μια λεμονιά παραδίπλα, έδειχνε επίσης να υποφέρει, μαραζωμένη και ακλάδευτη, δίχως ανθούς και δίχως λεμόνια.
Με σύμμαχο την όμορφη καλοκαιρινή μέρα, η Ζωή, πήρε αποφασιστικά το λάστιχο του ποτίσματος στο ένα χέρι και τη σκούπα στο άλλο και άρχισε να καθαρίζει το δάπεδο απ’ τα πεσμένα φύλλα, τα χώματα και τα ξερόκλαδα. Κάθε λίγο σκούπιζε τον ιδρώτα που έτρεχε στο μέτωπό της με την ανάστροφη του χεριού και φυσούσε φουρκισμένη τις τούφες που έπεφταν απείθαρχες μπροστά στα μάτια της. Έκλεισε την εξωτερική βρύση και άφησε κάτω τη σκούπα και το λάστιχο. Το βλέμμα της μαγνητίστηκε στη θέα του περιποιημένου κήπου που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι στο Δημόσιο Γηροκομείο. Την προσοχή της απέσπασε άξαφνα, μια γυναικεία φωνή που φάνηκε να έρχεται απ’ το πλάι της αυλής της.
«Χα! Σας αρέσει που ζέστανε ο καιρός ε; Γεμίσατε μπουμπούκια έτοιμα να σκάσουν και να μοσχοβολήσουν τον τόπο»!
Γυρίζοντας προς το μέρος που άκουσε τη φωνή, η Ζωή, πίσω από ένα χαμηλό πέτρινο τοιχίο, διέκρινε μια λεπτοκαμωμένη γυναικεία φιγούρα με ολόλευκα μακριά μαλλιά που μισοκρύβονταν κάτω από ένα ψάθινο καπέλο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη με μια εμπριμέ καλοκαιρινή ρόμπα ήταν σκυμμένη πάνω από μια ποικιλία από ολάνθιστες τριανταφυλλιές. Φορούσε γάντια κηπουρικής στα χέρια και με ιδιαίτερη φροντίδα, σκάλιζε το χώμα, τις κλάδευε και τους μιλούσε, σα να ήταν φίλοι που έκαναν παρέα.
«Καλημέρα», είπε η Ζωή, πλησιάζοντάς την, άμεσα επηρεασμένη απ’ την ηλιόλουστη μέρα, τις ευωδίες και την υπέρλαμπρη αύρα της.
«Καλημέρα», απάντησε η ασημολουσμένη μορφή, δείχνοντας να ξαφνιάζεται αρχικά απ’ το αίφνης της παρουσίας της.
«Είμαι η Ζωή, η καινούρια σας γειτόνισσα. Πριν μερικές μέρες ήρθα στην Κρήτη απ’ τη Θεσσαλονίκη. Και φυσικά, στάθηκε αδύνατο να μη θαυμάσω τα λουλούδια στην αυλή σας!», είπε χαμογελώντας και πέρασε το χέρι της πάνω απ’ το χαμηλό τοιχίο που τις χώριζε για να συστηθεί.
«Καλώς ήρθες στη γειτονιά μας! Εγώ είμαι η Ευτυχία. Αλλά απ’ ότι βλέπεις, είναι αδύνατο ν’ ανταποδώσω τη χειραψία… Εκτός κι αν δε σε νοιάζει να σε γεμίσω με χώματα», απάντησε η ηλικιωμένη γυναίκα, κοιτώντας αμήχανη τα χέρια της που φορούσαν γάντια κηπουρικής, ενώ πλησίαζε κοντά και εκείνη. Χαμογελούσε εγκάρδια, αφήνοντας τις βαθιές ρυτίδες που χάραζαν τα όμορφα καστανά μάτια της να φανερώσουν, πως μετρούσε αρκετά χρόνια.
«Με το θλιβερό θέαμα που παρουσιάζει η αυλή μου σε σχέση με τη δική σας, νομίζω ότι είναι επιτακτική ανάγκη να εντρυφήσω στην τέχνη της κηπουρικής άμεσα. Διαφορετικά κινδυνεύω να χαλάσω την αισθητική της γειτονιάς!», είπε η Ζωή χαριτολογώντας.
«Όλα γίνονται και όλα μαθαίνονται με τον καιρό! Κι εγώ όταν πρωτοήρθα στα Χανιά απ’ την Αθήνα, ήμουν εντελώς άσχετη με όλα αυτά. Μεγαλωμένη σε πόλη βλέπεις, που να τα ξέρω;», είπε η κυρία Ευτυχία, γελώντας με τα λεγόμενά της.
«Οφείλω να ομολογήσω, ότι η σχέση μου με την κηπουρική μέχρι τώρα, ήταν το να ποτίζω μερικές γλάστρες που χαροπάλευαν ξεχασμένες στο μπαλκόνι μου. Ευελπιστώ ν’ αλλάξει αυτό όμως», συμπλήρωσε η Ζωή, δείχνοντας αποφασισμένη.
«Όλα θέλουν το χρόνο τους. Κι εγώ έκανα χρόνια μέχρι για να καταλήξω στα σωστά λουλούδια που να ταιριάζουν με τις συνθήκες και το κλίμα. Όπως οι άνθρωποι έτσι κι αυτά… θέλουν το χρόνο τους για να εγκλιματιστούν. Δεν έρχεσαι από δω όμως για να τα πούμε; Δυσκολεύομαι όρθια για πολύ ώρα» πρότεινε ευγενικά η ηλικιωμένη γυναίκα.
«Πολύ ευχαρίστως!», απάντησε η Ζωή και αφού βγήκε απ’ τη δική της αυλή και περπάτησε μερικά μέτρα πιο κάτω, πέρασε το κατώφλι της γειτόνισσάς της. Έμεινε άφωνη, αντικρύζοντας την ομορφιά της γειτονικής αυλής, που έμοιαζε βγαλμένη σαν από παραμύθι. Γλάστρες διάσπαρτες στα περβάζια των παραθύρων και στο πλακόστρωτο βρίσκονταν σε πληθώρα και έκρηξη χρωματικών συνδυασμών. Μια φούξια μπουκαμβίλια στόλιζε περήφανα την πρόσοψη του ασβεστωμένου σπιτιού. Μια ποικιλία εξαιρετικού κάλλους τριανταφυλλιές ήταν φυτεμένες σε περίοπτη θέση και έκλεβαν κυριολεκτικά την παράσταση και τις εντυπώσεις. Δυο φουντωμένοι βασιλικοί, πάνω σ’ ένα τραπέζι τύπου ροτόντα, προκαλούσαν χάδια για να μοσχοβολίσουν. Τέσσερις καρέκλες με μεγάλες εμπριμέ μαξιλάρες γύρω απ’ το στρογγυλό τραπέζι, συμπλήρωναν εξίσου καλόγουστα το ρομαντικό σκηνικό. Η κυρία Ευτυχία που είχε προλάβει να βγάλει τα γάντια και το καπέλο, στεκόταν όρθια, προκειμένου να την υποδεχτεί. Η πλούσια ασημόλευκη χαίτη της έπεφτε ασυγκράτητη σαν χείμαρρος πάνω στους ντελικάτους ώμους της.
Οι δυο γυναίκες έπιασαν την κουβέντα περιτριγυρισμένες από λουλούδια, ευωδιές και τιτιβίσματα. Η κυρία Ευτυχία εκμυστηρεύτηκε, ότι είχε αισίως ξεπεράσει τα ογδόντα έξι της χρόνια. Ξετυλίγοντας σταδιακά την προσωπική της ιστορία, είπε, ότι ήρθε στα Χανιά απ’ την Αθήνα, νεαρή κοπέλα ακόμα, ως νύφη και ότι ήταν χήρα για παραπάνω από δεκαπέντε χρόνια. Από το γάμο της είχε αποκτήσει ένα γιο, ο οποίος έφυγε για να σπουδάσει στη Βοστώνη πριν πολλά χρόνια. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του όμως, παράτεινε μόνιμα τη διαμονή του στην Αμερική, καθώς αποκαταστάθηκε επαγγελματικά και έφτιαξε εκεί τη δική του οικογένεια. Για να καλύψει το κενό της απουσίας του, είχε αναθέσει τη φροντίδα της ηλικιωμένης μητέρας του σε μια νεαρή κυρία που ερχόταν στο σπίτι και κάλυπτε τις καθημερινές της ανάγκες.
«Η κυρία που σας φροντίζει είναι κάποια συγγενής;», ρώτησε η Ζωή, νιώθοντας ν’ αυξάνεται ολοένα η επιθυμία να μάθει περισσότερα για τη γειτόνισσά της.
«Όχι, όχι. Η Ειρήνη δουλεύει εδώ απέναντι στο Γηροκομείο. Φροντίζει τους ηλικιωμένους που μένουν μόνιμα εκεί. Απλώς κανόνισε ο γιος μου, να έρχεται κι εδώ μερικές ώρες καθημερινά και να με βοηθάει σε ότι χρειάζομαι», απάντησε η κυρία Ευτυχία, κάνοντας έναν ανεπαίσθητο μορφασμό, καθώς προσπαθούσε να βολευτεί καλύτερα στο κάθισμά της.
Η Ζωή αντιλήφθηκε, ότι η ηλικιωμένη γυναίκα κουράστηκε καθισμένη στην ίδια θέση τόση ώρα. Και παρόλο που ένιωθε, ότι θα μπορούσε να μείνει για ώρες εκεί και ν’ απολαμβάνει τη σπιρτάδα του πνεύματος και τη συντροφιά της, θεώρησε καλύτερο να την αφήσει να ξεκουραστεί. Απρόθυμα την αποχαιρέτησε, με την υπόσχεση να ξαναβρεθούν σύντομα στην πρώτη ευκαιρία. Γυρίζοντας πίσω στο σπίτι της, ένιωθε την ψυχή της ανάλαφρη και γεμάτη θετική ενέργεια. Και μ’ αυτή την αίσθηση συνέχισε την μέρα, τιμώντας την όπως της άξιζε… Άλλωστε, κάτι όμορφο και σημαντικό είχε ήδη συμβεί στη διάρκειά της.
***
Οι μέρες συνέχιζαν να κυλούν και η Ζωή έδειχνε να προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα, παρασυρμένη απ’ τη ρουτίνα της καθημερινότητάς της. Και όπως υποσχέθηκε στον εαυτό της, δεν παρέλειψε να εμπλουτίσει τις γνώσεις και να βελτιώσει αισθητά τις δεξιότητές της στην κηπουρική, καταφέρνοντας να επιτύχει και να κάνει τη διαφορά στην εικόνα που παρουσίαζε αρχικά η αυλή της. Ένα μήνα περίπου, μετά την εγκατάστασή της στα Χανιά, η πικροδάφνη ήταν κλαδεμένη και γεμάτη με μικρά ροζ άνθη. Η λεμονιά παραδίπλα ήταν εξίσου περιποιημένη και γεμάτη λευκούς λεμονανθούς. Πολύχρωμες γλάστρες με ανθισμένα λουλούδια, μικρά πιθάρια με φίκους και κακτοειδή στόλιζαν κάθε γωνιά του περιβάλλοντος χώρου. Ένα λευκό γιασεμί έχει αρχίσει ν’ αναρριχάται στην πρόσοψη.
Ένα απόγευμα, ντυμένη πρόχειρα και με γάντια κηπουρικής στα χέρια, καθάριζε με τα κατάλληλα εργαλεία τη μεγάλη ζαρντινιέρα απ’ τ’ αγριόχορτα. Άξαφνα την προσοχή της τράβηξε ένας ψηλός ηλικιωμένος άντρας που έδειχνε να πλησιάζει με αργά βήματα προς το μέρος της, ερχόμενος απ’ τη μεριά του Γηροκομείου. Στηριζόταν σ’ ένα μαύρο ψηλό μπαστούνι που τον βοηθούσε σε κάθε του βήμα. Φτάνοντας κοντά, την προσπέρασε και σταμάτησε μπροστά στο σπίτι της κυρίας Ευτυχίας. Στάθηκε για λίγο απ’ έξω ασθμαίνοντας και αφού σκούπισε το πρόσωπό του μ’ ένα μαντήλι, χτύπησε το κουδούνι της εξωτερικής πόρτας. Σχεδόν αμέσως, εμφανίστηκε η κυρία Ευτυχία στην αυλόπορτα, χαμογελώντας διάπλατα. Φορούσε ένα εμπριμέ καλοκαιρινό φουστάνι και η ασημόλευκη χαίτη της ήταν πιασμένη σ’ έναν υπέροχο σινιόν κότσο.
«Καλώς τον!», είπε απαστράπτουσα στον ψηλό, ηλικιωμένο άντρα.
«Ελπίζω να μην άργησα…», είπε εκείνος, χαμογελώντας επίσης.
«Μια χαρά είναι η ώρα, πέρασε», του απάντησε, κάνοντας στην άκρη για να τον αφήσει να περάσει.
Η Ζωή απέμεινε με το σκαλιστήρι στο χέρι, να παρακολουθεί άναυδη τη σκηνή που διαδραματίζονταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια της. Όπως έμαθε τελικά απ’ την ίδια τη γειτόνισσά της μερικές μέρες αργότερα, το μυστηριώδη, ηλικιωμένο άντρα τον έλεγαν Χαράλαμπο και ζούσε μόνιμα, ακριβώς απέναντι, στο Δημόσιο Γηροκομείο. Τους σύστησε η Ειρήνη που τη φρόντιζε, σε μία απ’ τις βόλτες που έκαναν καθημερινά για άσκηση, όταν τον συνάντησαν τυχαία να κάνει και αυτός τη βόλτα του στο πάρκο, κοντά στο γηροκομείο. Έκτοτε εκείνος, αφού έμαθε που βρίσκεται το σπίτι της, την επισκέπτονταν συχνά, είτε για να πιούν παρέα έναν καφέ και να κουβεντιάσουν, είτε για να τη βοηθήσει να περιποιηθεί την αυλή και τα λουλούδια που τόσο αγαπούσε.
Το καλοκαίρι προχωρούσε ακάθεκτο, πλησιάζοντας ολοένα πιο κοντά στο απόγειό του. Όλα στη γειτονιά ήταν ανθισμένα και μοσχοβολούσαν και οι τριανταφυλλιές, ολάνθιστες και πανέμορφες, γεννούσαν μπουμπούκια και έδειχναν ν’ απολαμβάνουν την παρέα και το θαυμασμό των θαμώνων στην αυλή της κυρίας Ευτυχίας. Η Ειρήνη ερχόταν, ούτως ή άλλως, κάθε μεσημέρι μετά το τέλος της βάρδιας της στο Γηροκομείο και ο κύριος Χαράλαμπος ήταν επίτιμος επισκέπτης σχεδόν καθημερινά. Η Ζωή ήταν και αυτή συχνά μέλος της συντροφιάς τους, όταν και όποτε το επέτρεπαν οι ασχολίες και το πρόγραμμά της. Απ’ την πρώτη στιγμή που τους γνώρισε άλλωστε, ένιωσε όμορφα και οικεία κοντά τους, βρίσκοντας στα πρόσωπά τους το απάγκιο που είχε ανάγκη για να νιώσει ασφαλής σ’ έναν άγνωστο για εκείνη τόπο.
Τα δειλινά έβαφαν τον ορίζοντα με πορφυρές αποχρώσεις, καθώς ξεπροβόδιζαν νωχελικά όμορφες καλοκαιρινές μέρες και υποδέχονταν όμορφες καλοκαιρινές νύχτες. Και κάπως έτσι μπήκε ο Σεπτέμβρης. Μα, το καλοκαίρι στο νησί έδειχνε απρόθυμο να αποχωρήσει και ν’ αφήσει τα φύλλα των δέντρων να παρασυρθούν απ’ τους ανέμους και το φθινόπωρο να πάρει τη θέση του. Το φως του ήλιου εξαντλούσε τ’ απομεινάρια της μέρας, όταν εκείνη πλησίαζε στο τελείωμά της.
Επιστρέφοντας στο σπίτι ένα απόγευμα μετά τη δουλειά η Ζωή, διαπίστωσε, ότι τα παράθυρα στο διπλανό σπίτι ήταν ερμητικά κλειστά. Η αυλή επίσης, δεν παρουσίαζε κανένα ίχνος ζωής. Πλησίασε πιο κοντά για να δει τι συμβαίνει. Άξαφνα πρόβαλλε η Ειρήνη να βγαίνει απ’ το γειτονικό σπίτι, φουριόζα και βιαστική. Στο ένα της χέρι κρατούσε μια μικρή βαλίτσα κι έδειχνε φανερά αναστατωμένη.
«Ειρήνη, τι συμβαίνει;», ρώτησε ανήσυχη η Ζωή.
«Δεν θα το πιστέψεις! Έπαθε εγκεφαλικό η κυρία Ευτυχία! Ήρθα, όπως πάντα, μετά τη βάρδια μου στο Γηροκομείο και τη βρήκα πεσμένη κάτω, μπροστά στις τριανταφυλλιές. Κάλεσα ασθενοφόρο και ήρθαν και την πήραν αμέσως», απάντησε η Ειρήνη, κομπιάζοντας σε κάθε της λέξη.
«Και που είναι τώρα;», ρώτησε η Ζωή αποσβολωμένη.
«Στο Νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση. Την άφησα εκεί και γύρισα πίσω για να πάρω μερικά πράγματα, μήπως τυχόν και χρειαστεί κάτι. Τώρα πηγαίνω ξανά εκεί», απάντησε η Ειρήνη με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
«Έρχομαι μαζί σου!», είπε αναστατωμένη η Ζωή και την ακολούθησε.
Ένιωσε έναν ολόκληρο κόσμο να γκρεμίζεται μέσα της αντικρύζοντας την ασημολουσμένη μορφή κατάκοιτη και εντελώς ανέκφραστη πάνω στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Η κυρία Ευτυχία, ακίνητη και με μάτια κλειστά, πάνω στο κρύο, μεταλλικό κρεβάτι έδειχνε χλωμή, αδύναμη και εύθραυστη. Τα πλούσια, μακριά μαλλιά της κάλυπταν τους αδύνατους ώμους της και απλώνονταν σαν ασημένια κύματα πάνω στο λευκό μαξιλάρι. Μηχανήματα συνδεμένα με το λεπτό κορμί της, μετρούσαν τους χτύπους της καρδιάς και τους σφυγμούς της, ακολουθώντας σταθερά το ρυθμό της ανάσας της. Η Ζωή πλησίασε, κάθισε στο κρεβάτι δίπλα της κι έμεινε να χαϊδεύει απαλά το χέρι της που στέκονταν άψυχο πάνω στα κλινοσκεπάσματα. Η Ειρήνη πήγε και κάθισε σε μια άβολη καρέκλα παραδίπλα κι απέμεινε να κοιτά το κενό, χαμένη στις σκέψεις της.
«Είναι απίστευτο αυτό που συμβαίνει! Πως γίνεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, ένας άνθρωπος που λατρεύει και εξυμνεί τη ζωή με κάθε δυνατό τρόπο, να καταντά ανήμπορος να εκφράσει οποιαδήποτε μορφή ζωής…», μονολόγησε η Ζωή, εκφράζοντας ειλικρινή θλίψη.
Ο χρόνος συνέχισε να κυλά ανεπηρέαστος και οι τρεις γυναίκες παρέμειναν στην ίδια ακριβώς θέση, ακίνητες και σιωπηλές. Τα μηχανήματα μετρούσαν ρυθμικά τους παλμούς της καρδιάς της κυρίας Ευτυχίας, ταράζοντας ενοχλητικά τη εκκωφαντική σιωπή μέσα στο θλιμμένο δωμάτιο.
***
Ήταν μια κρύα και μουντή, χειμωνιάτικη μέρα. Στην πλατεία, τα τελευταία φύλλα ξεθωριασμένα πια, κρέμονταν αδύναμα στα κλαδιά των ξεγυμνωμένων δέντρων και παρασύρονταν με το φύσημα οργισμένων ανέμων που ξεσπούσαν ολοένα και πιο δυνατοί. Μικρά ρυάκια απ’ τη βραδινή βροχή, έτρεχαν γάργαρα ολόγυρα στην πλατεία, σε μια μορφή κάθαρσης κι εξαγνισμού απ’ τις παγανιστικές δοξασίες του καλοκαιριού. Οι βεράντες και οι αυλές της γειτονιάς ήταν έρημες. Έξω απ’ το σπίτι της κυρίας Ευτυχίας, ένα τεράστιο πωλητήριο με το τηλέφωνο του αρμόδιου μεσιτικού γραφείου, έκρυβε πίσω του περίτεχνα, σπασμένες γλάστρες, σκορπισμένα φύλλα, χώματα και ρημαγμένα λουλούδια, ξεπουλώντας στιγμές και αναμνήσεις σε τιμή κόστους κι ευκαιρίας.
Η Ζωή βγήκε απ’ το σπίτι της χωμένη μέσα σ’ ένα βαρύ και ζεστό, χειμωνιάτικο πανωφόρι για να πάει, όπως κάθε πρωί, στη δουλειά της. Βγαίνοντας, αντιλήφθηκε λίγο πιο πέρα την Ειρήνη που βάδιζε βιαστική, προφανώς κι εκείνη καθ’ οδόν για τη δική της δουλειά στο Γηροκομείο. Φώναξε δυνατά για ν’ ακουστεί:
«Ειρήνη, καλημέρα»!
Η Ειρήνη σταμάτησε το γρήγορο βηματισμό της και στράφηκε ξαφνιασμένη προς το μέρος της.
«Ζωή! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Πέρασαν πάνω από δυο μήνες από τότε που…».
Οι δυο γυναίκες πλησίασαν κοντά και αγκαλιάστηκαν εγκάρδια μέσα στο κέντρο της υγρής και έρημης πλατείας.
«Απ’ την κηδεία της κυρίας Ευτυχίας. Πέρασαν πράγματι, σχεδόν δυο μήνες… Χρειαζόμασταν λίγο χρόνο για να συνηθίσουμε στην ιδέα της απώλειάς της, νομίζω…», είπε θλιμμένα η Ζωή.
«Όλα θέλουν το χρόνο τους, όπως έλεγε πάντοτε και η ίδια. Ας ελπίσουμε να υπάρχουν λουλούδια στον Παράδεισο, για να φροντίζει όπως και τα δικά της», είπε η Ειρήνη, δείχνοντας να συμμερίζεται τα συναισθήματά της.
«Και λουλούδια να μην υπάρχουν, το σίγουρο είναι ότι θα βρει τρόπο εκείνη να φτιάξει τον δικό της Παράδεισο! Αλήθεια, τι κάνει ο κύριος Χαράλαμπος;», ρώτησε η Ζωή. Για να μείνει άναυδη ακούγοντας, ότι κι εκείνος αναπαύτηκε πρόσφατα, ήρεμος και γαλήνιος στον ύπνο του από ανακοπή της καρδιάς, σχεδόν ένα μήνα μετά την απώλεια της αγαπημένης του φίλης. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του είχε για συντροφιά, δίπλα στο περβάζι του παραθύρου του, μία τριανταφυλλιά που είχε προλάβει να περισώσει απ’ την αυλή της. Πριν ακόμα σφραγιστεί για να διατεθεί προς πώληση, το τόσο οικείο και αγαπημένο για εκείνον σπίτι. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της Ειρήνης, της μιλούσε συνέχεια και την αποκαλούσε «Ευτυχία», σαν να μιλούσε σ’ εκείνη.
«Ο γαμπρός της Ευτυχίας…», είπε βραχνά, με σπασμένη φωνή η Ζωή, φανερά συγκινημένη απ’ αυτά που άκουγε.
«Πράγματι, ο γαμπρός της Ευτυχίας…», συναίνεσε η Ειρήνη, μ’ ένα αδύναμο χαμόγελο.
Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν με νόημα, σα να μοιράζονταν ένα πολύτιμο μυστικό, που αποκαλύφθηκε μονάχα σ’ εκείνες. Μύριες σκέψεις και συναισθήματα απ’ τις τρυφερές στιγμές που μοιράστηκαν το καλοκαίρι που πέρασε, έσταξαν βάλσαμο στην όποια θλίψη και μελαγχολία και γαλήνεψαν την ψυχή τους… Γιατί, η ερωτικότητα για τον άνθρωπο είναι το ζητούμενο της ζωής του, ανεξάρτητα απ’ την ηλικία του ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που τον χαρακτηρίζει. Δεν έχει στενά όρια και σίγουρα δεν είναι για στενά μυαλά. Είναι για τον καθένα μοναδική και έχει την απλή και αθώα μορφή της αυθεντικότητας που δεν έχει ανάγκη να αποδείξει απολύτως τίποτα σε κανέναν.
Η Ζωή σκούπισε διακριτικά τα μάτια της που είχαν βουρκώσει, χαιρέτησε την Ειρήνη με μια εγκάρδια αγκαλιά και πήρε ξανά το δρόμο για να υποδεχτεί την καινούρια μέρα. Ανακτώντας την αυτοκυριαρχία της, χαμογέλασε θαρρετά στο μουντό και βαρύ χειμωνιάτικο ουρανό με ελπίδα και αισιοδοξία. Καθώς ένιωσε ν’ αναθαρρεί στη σκέψη ότι, η μαγεία της ζωής βρίσκεται τελικά, στο ό,τι ποτέ δεν ξέρεις πότε η ευτυχία μπορεί να χτυπήσει την πόρτα σου… Ή εσύ τη δική της!
ΤΕΛΟΣ
Λίγα λόγια για τη Μαρία Κουγιουμτζόγλου:
Ονομάζομαι Μαρία Κουγιουμτζόγλου και γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, όπου μεγάλωσα και έζησα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου. Έχω μια κόρη, φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής.
Είμαι δημόσιος υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και τα τελευταία χρόνια ζω στα Χανιά της Κρήτης, λόγω της επαγγελματικής μου ιδιότητας που είναι Δικαστική Γραμματέας του Εφετείου.
Αρθρογραφώ ερασιτεχνικά σε εφημερίδες και διαδικτυακά sites, κάποια εκ των οποίων είναι το “THESSALONIKI ARTS AND CULTURE”, η «ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ», η εφημερίδα λογοτεχνών «ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΗΜΑ», το λογοτεχνικό περιοδικό «ΚΕΦΑΛΟΣ», η εφημερίδα «Tomorrownews.gr», κ.α.
Πριν εκδοθεί το προσωπικό μου πόνημα, συμμετείχα σε δύο συλλογικές εκδόσεις μία εκ των οποίων είναι το «Λογοτεχνικό Ημερολόγιο 2021» των εκδόσεων ΚΕΦΑΛΟΣ με το διήγημα με τίτλο «Ο γαμπρός της Ευτυχίας» και η συλλογική έκδοση με τίτλο «50+1 ιστορίες καραντίνας» που έγινε σε συνεργασία του EICP- Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Συμβουλευτικής & Ψυχοθεραπείας τέως Ψυχολογικό Κέντρο Χανίων-Κέντρο Δια Βίου Μάθηση με τις εκδόσεις Κάθεξις-Psychologybooks.gre με το κείμενό μου με τίτλο «Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα». E-MAIL: mara_klairi@windowslive.com
Λίγα λόγια από το ΣημειΩματάριο:
Ο Λογοτεχνικός Μαραθώνιος διοργανώθηκε από το περιοδικό ΣημειΩματάριο με γνώμονα τη διάδοση της λογοτεχνίας και την επίτευξη αλληλεπίδρασης μέσω αυτού του κοινού άξονα, δράση που ουδεμία σχέση έχει με διαγωνισμούς και αμειβόμενες προωθητικές ενέργειες
Το περιοδικό ΣημειΩματάριο έχει θέσει ως όρο για τη συμμετοχή στον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο τη σύμπλευση των κειμένων με τους κανόνες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και την άρτια επιμέλειά τους. Ως εκ τούτου, δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο και την εμφάνιση των κειμένων που θα δημοσιευτούν, αν και θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για την ταύτισή τους με τους όρους του περιοδικού.
Πηγή βιογραφικού – φωτογραφίας: Μαρία Κουγιουμτζόγλου
Επιμέλεια παρουσίασης: Άννα Ρω
