Τάσος Πετρίτσης
  • Post author:
  • Reading time:7 ' Ανάγν.

Τάσος Πετρίτσης: “Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ”

Διήγημα για τον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο: “Το τείχος της ευτυχίας”

Je suis trop loin de ce que j’aime et ma distance est sans remède.
Albert Camus, Le malentendu

Ξέρω τι σκέφτεστε, κύριε πρόεδρε. Ποιος θα τα περίμενε όλα αυτά από εμένα; Οι άνθρωποι που με μεγάλωσαν ούτε υποπτεύονταν τι πάει να πει παρανομία. Με τον σταυρό στο χέρι δεν λέμε; Έτσι προχώρησα. Σε αυτόν τον δρόμο με έβαλαν από παιδί. Τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία, ο τίμιος ξέρει να κοιμάται πιο καλά και τα συναφή. Μ’ αυτό κοιμόμουν, μ’ αυτό ξυπνούσα, αυτό ήθελα να βλέπουν στα μάτια μου η Όλγα και τα παιδιά. Όμως στο τέλος τι λέμε ευτυχία, κύριε πρόεδρε; Αυτό που δεν έχουμε. Ό,τι εμείς δεν είμαστε τώρα. Ξέρετε – πού να ξέρετε – τι ήταν για εμένα οι εκβιασμοί, οι μαύρες σακούλες, το όπλο; Ακόμα και η φρουρά έξω από το τεράστιο σήμερα σπίτι μας; Ξέρετε τι ήταν όλα αυτά για εμένα, τον μέχρι πρότινος ασήμαντο υπάλληλο γραφείου; Ήταν όσες λέξεις έχεις καταπιεί από φόβο, όσες κλωτσιές δεν ανταπέδωσες στα σχολικά σου χρόνια, όσες φορές μικρό μπορεί να σε έκλεψε ο περιπτεράς στα ρέστα κι εσύ να κοίταζες το χώμα σαν χαζός, απλά γιατί έτσι σου έμαθαν. Γιατί είχες μάθει ότι η συγχώρεση φέρνει πληρότητα. Η καλοσύνη είναι πάντα η απάντηση. Ότι και οι άλλοι κάποιο δύσκολο κάρο θα σέρνουν και… τέλος πάντων, πείτε ό,τι παραπλήσιο θέλετε. Ώσπου μια μέρα αναρωτιέσαι «Και όλα αυτά προς τι; Εμένα ποιο το κέρδος μου;» Η μετά θάνατον γαλήνη; Κάπου εδώ γελάμε. Λες, όχι κύριε. Τέλος η ενάρετη ζωή. Η ευτυχία είναι σίγουρα στην άλλη όχθη. Θέλησα να τη βρω. Και τώρα μ’ έχετε μπροστά σας.

*
Κόβω το χέρι μου, κυρία πρόεδρε – ναι, ναι, χίλια συγγνώμη που φωνάζω – ότι ξέρω τι λέτε από μέσα σας. Πως σιγά τώρα μην εγώ – φακελωμένος απ’ τα δεκατρία μου, σεσημασμένος, με ιστορικό σε συμμορίες – σιγά μην είπα στα σαράντα μου να αλλάξω σελίδα. Μετά από ολόκληρη ζωή στο έγκλημα. Γιατί μέσα σ’ αυτό μεγάλωσα. Μικροκλοπές, ναρκωτικά, ληστείες, δουλειές κάθε είδους. Έτσι την κυνηγούσαμε την ευτυχία εμείς – ή αυτό νομίζαμε. Γιατί στο κάτω-κάτω, τι ονομάζουμε ευτυχία – σας ρωτάω. Και θα απαντήσω εγώ! Ό,τι δεν έχεις. Αυτό που δεν είσαι, το άλλο από σένα, το διαφορετικό, πώς να το πω, αυτό πάντα λες ευτυχία. Κυρία πρόεδρε, για μένα, το να αλλάξω ρότα, το να αφήσω την παρανομία, το να πάρω άλλο δρόμο στη ζωή μου υποσχόταν την ησυχία και τη γαλήνη που ήξερες μόνο μέσα από ιστορίες. Τη σταθερότητα, την πίστη πως ο άνθρωπος όσο να πεις μπορεί κι αλλιώς… μπορεί κι αλλού… μακριά απ’ τον εφιάλτη του υποκόσμου, της προδοσίας, του ισχυρού που σε πατάει στον λαιμό… Απ’ όλα αυτά που γίνονται μια μέρα ένας πηχτός, πράσινος εμετός… και θες να τον φτύσεις, να πας παρακάτω. Να πεις «Θα υπάρχει και για μένα ένα παραθυράκι προς το αύριο.» Να ελπίσεις ότι – δεν μπορεί γαμώτο μου – η ευτυχία είναι σίγουρα στην άλλη όχθη! Αλλά η νύχτα είναι ύπουλη πίστα. Δεν έχει πτήση επιστροφής. Μια φορά δικός μας, πάντα δικός μας, ειδάλλως νεκρός. Αλλάζεις γνώμη. Μετανιώνεις αλλά η πόρτα της μετάνοιας είναι κλειστή. Η ευτυχία δεν σ’ αφήνει να την αγγίξεις. Η ευτυχία, αυτό που δεν φτάνεις και θέλεις να πιάσεις, αυτό που δεν είσαι και θέλεις να γίνεις και ξέρεις ότι δεν μπορείς, για αυτό και θέλεις τόσο, γιατί αν γινόσουν… όλα θα ήταν αλλιώς. Δεν είναι όμως. Δεν τα κατάφερα. Και μ’ έχετε μπροστά σας.
*
Κόντευε μεσημέρι. Ο Γ. Μ., φρέσκος απόφοιτος του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ, καθώς είχε την ατυχία να του κλέψουν το ποδήλατο, δεν κατόρθωσε να αποφύγει τον ποδαρόδρομο. Τα γραφεία της επώνυμης εφημερίδας που εδώ και ελάχιστο καιρό τον είχε εντάξει στο δυναμικό της δεν ήταν μακριά. Έφτασε αισίως στην ώρα του. Το κεφάλι του βούιζε ανυπόφορα. Και τι πιο λογικό, μετά από ένα ακόμη οκτάωρο στις πνιγηρές αίθουσες συνεδριάσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκεί, ο Γ. Μ. παρακολουθούσε δύο από τις πολύκροτες υποθέσεις των ημερών. Δεν του είχε ζητηθεί από κανέναν, ονειρευόταν, όμως, όσο τίποτα άλλο να καλύψει κάποτε γεγονότα μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος. Έφτασε στην εφημερίδα κοντανασαίνοντας. Μια στάση στο κυλικείο για σύντομο ανεφοδιασμό και μετά στο γραφείο.
-Για πες, ρώτησε με αγωνία ο κύριος Ιορδάνης, δίνοντάς του την τυρόπιτα.
– Ομόφωνη ενοχή και για τους δύο. Και φυλακή χωρίς αναστολή. Κερδίσατε το στοίχημα, κύριε Ιορδάνη.
Έφαγε στο πόδι, αμίλητος για την υπόλοιπη ώρα. Πήρε τον δρόμο για τα γραφεία. Στους διαδρόμους του τρίτου επικρατούσε νεκρική σιγή. Άκουγες μόνο αραιά και πού να φτερουγίζουν δάχτυλα πάνω σε πλήκτρα υπολογιστών, μέσα από πόρτες ανοιχτές ελάχιστα. Το δικό του γραφείο, στο τέλος του διαδρόμου, περίμενε κι αυτό με την πόρτα μισάνοιχτη. Ο Γ. Μ. θα καθίσει τώρα μπροστά στον υπολογιστή του και θα αφοσιωθεί στο άρθρο που του ανέθεσαν. Θέμα του οι νέοι φόροι. Έξαφνα πρόβαλε στο νου του ο διευθυντής. Θύμιζε περισσότερο συνταξιούχο λοστρόμο, παρά πεπειραμένο προϊστάμενο σε μέσο ενημέρωσης. Με τον ασυναγώνιστο παραστατικό του οίστρο, του έδινε τώρα κατευθύνσεις για το άρθρο. Δεν τους χτυπάμε αυτό το μήνα, το θυμάσαι! Μας έκαναν καλό χατίρι και ξέρεις, a deal is a deal όπως λέμε και στο Κατάκολο Ηλείας. Και το καλό που σου θέλω, μίλα για τις αρετές του υπουργού, την αδαμάντινη προσωπικότητά του, τις εξαιρετικές στιλιστικές επιλογές του. Και πού ’σαι, κάνε κρέας και τα μούτρα των απέναντι, θέλω να μην τους γνωρίζει η μανούλα τους και βάλε μέσα και κάτι για αυτόν, που του την έχω φυλαγμένη και μην ξεχάσεις, καημενούλη, κάτι από όλα αυτά γιατί αλλιώς…
Ο Γ. Μ. αποτραβήχτηκε απ’ τις σκέψεις του. Κοίταξε την ώρα στο κινητό του. Στην ταπετσαρία της οθόνης, δέσποζε όπως πάντα η προσωπογραφία της Φαλάτσι. Ξαφνικά ήταν θλιμμένος. Στράφηκε με μισή καρδιά στα πλήκτρα του. Αλλά προτού να γράψει συλλαβή, μια μελωδία μακρινή τον έκανε να στρέψει το κεφάλι στο ανοιχτό παράθυρο. Ο ήχος ενός πνευστού, βαθύς, βελούδινος και στιβαρός μαζί, βγαλμένος ολοφάνερα από προικισμένα πνευμόνια. Ο Γ. Μ. πλησίασε το παράθυρο κι ατένισε τον δρόμο. Λίγο πιο κάτω, μετά τη στροφή, άπλωνε η ήσυχη τσιμεντένια πλατεία με τις λεύκες. Σε κάποιο πεζούλι της, ένας σαξοφωνίστας αφρικανικής καταγωγής έπαιζε μουσική, με το καπέλο του αναποδογυρισμένο για ψιλά. Το ρεσιτάλ του αψεγάδιαστο. Οι νότες του σκορπούσαν στο τετράγωνο. Οι δρόμοι πλημμύριζαν από το τραγούδι του. Τραγούδι γνώριμο στα αυτιά του Γ.Μ., νοσταλγικό, συγγενικό, ξεχασμένο. Ένα τραγούδι που ήξερε πως το άκουγε μικρός τις νύχτες, όταν ολόκληρη η πόλη κοιμόταν και η μουσική του έπεφτε στη γη σαν μικροσκοπικό χαλάζι από τα αστέρια. Και έμοιαζε πάντα να λέει δίχως λόγια:
Η ευτυχία είναι σίγουρα στην άλλη όχθη…


Λίγα λόγια για τον Τάσο Πετρίτση:

Ο Τάσος Πετρίτσης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1998. Ασχολείται επαγγελματικά με το θέατρο και τον χώρο του βιβλίου. Αγαπάει τα σονέτα του Σαίξπηρ, τις ιστορίες του Ευγένιου Τριβιζά, τις ταινίες του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, τις θεατρικές παραστάσεις του Νίκου Καραθάνου, τα τραγούδια των Nirvana, της Πλάτωνος, των Μουσικών Ταξιαρχιών και τα άπαντα της Μαλβίνας Κάραλη. Το θεατρικό έργο του Δεύτερη Γραφή βραβεύτηκε στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Συγγραφής Θεατρικού Έργου της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος το 2020. Έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων Οδός Απωλείας 10.

Λίγα λόγια από το ΣημειΩματάριο:

Ο Λογοτεχνικός Μαραθώνιος διοργανώθηκε από το περιοδικό ΣημειΩματάριο με γνώμονα τη διάδοση της λογοτεχνίας και την επίτευξη αλληλεπίδρασης μέσω αυτού του κοινού άξονα, δράση που ουδεμία σχέση έχει με διαγωνισμούς και αμειβόμενες προωθητικές ενέργειες

Το περιοδικό ΣημειΩματάριο έχει θέσει ως όρο για τη συμμετοχή στον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο τη σύμπλευση των κειμένων με τους κανόνες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και την άρτια επιμέλειά τους. Ως εκ τούτου, δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο και την εμφάνιση των κειμένων που θα δημοσιευτούν, αν και θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για την ταύτισή τους με τους όρους του περιοδικού.

Πηγή φωτογραφίας & βιογραφικού: Τάσος Πετρίτσης
Επιμέλεια παρουσίασης: Άννα Ρω

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Αφήστε ένα σχόλιο