You are currently viewing <strong>Η Οδύσσεια της Κυριακής</strong>
Tσάρκα στην Αθήνα. Πηγή: https://ellinikoskinimatografos.gr/

Αύριο είναι Κυριακή. Σαββατόβραδο στο σπίτι με τον καλό μου, αραγμένοι στον καναπέ, ταινιούλα και τσιμπολογώντας κάτι φουντούκια ξεχασμένα σε ένα τάπερ. Ξαφνικά κάνει pause και μου λέει:

– Που ’σαι μωρό, για αύριο δεν πιστεύω να έχεις κανονίσει κάτι; Σκέφτομαι να σε σεργιανίσω εναλλακτικά, επειδή ξέρω ότι τα γουστάρεις κάτι τέτοια!

 Παρά λίγο να μου σταθεί το φουντούκι και να με χάσετε από το σοκ!

– Τι εννοείς ρε Φάνη; Μη με σκιάζεις.

– Θα δεις, μου λέει και μου κλείνει το μάτι όλο υπονοούμενα.

Κουβέντα δεν του πήρα όλο το βράδυ. Όταν με το καλό έδωσε ο θεός και ξημέρωσε η Κυριακή, σηκωθήκαμε κατά τις 10.

– Πάω να βάλω καφέ, λέω και σηκώνομαι από το κρεβάτι σαν λαφίνα (αυτό είναι ψέμα, το καταλάβατε. Σαν ξεμαλλιασμένη τρελή είμαι κάθε πρωί που ξυπνάω.)

– Όχι, μην κάνεις τίποτε. Απλά ντύσου και φύγαμε.

– Τι θα πει ντύσου ρε Φάνη; Που θα πάμε, τι να φορέσω; Δως μου ένα στοιχείο να ξέρω κι εγώ πως θα πορευτώ η γυναίκα. Άσε που νομίζω ότι το πάει για βροχή, δεν βλέπεις τον ουρανό;

– Απλά κορίτσι μου, είπαμε θα σε πάω σε αλλιώτικα μέρη, παλιακά! Και μην ανησυχείς, δεν θα βρέξει, είδα τον καιρό στο κινητό.

Εκεί τα ‘χασα. Αυτό το παλιακά με αποσυντόνισε. Μη πολυλογώ πάλι, έβαλα ένα τζιν, φουτεράκι κι έξω απ’ την πόρτα.

 – Βάλε μπουφάν, θα πάμε με το μηχανάκι, φυσάει σήμερα.

Όταν λέει μηχανάκι, εννοεί ένα παπί της συμφοράς, με τρύπια σέλα, χωρίς σταντ που μουγκρίζει σαν μπουλντόζα στις ανηφόρες, που δε λέει να το φτιάξει ή να το πετάξει βρε αδερφέ! Τέλος πάντων, Κυβέλη δώσε τόπο στην οργή και μην αρχίσεις τη γκρίνια πρωινιάτικα. Θα το κάνεις αργότερα.

Κυριακή, τσάρκα στην Αθήνα

Αφού πήρε μπροστά, μετά από ένα εικοσάλεπτο και 138 μανιβελιές, ξεκινήσαμε. Εγώ ένιωθα σαν την Αλίκη Βουγιουκλάκη, πάνω στη βέσπα του πατέρα της στην ταινία «Το πιο λαμπρό αστέρι». Βγαίνει η Κατερίνα τσάρκα στην Αθήνα.

– Θα ξεκινήσουμε από τη Στάνη, μου λέει, παραδοσιακό γαλακτοπωλείο της Αθήνας από το 1931. Θα φάμε μαμαδίστικο πρωινό. Ψωμί με γνήσιο βούτυρο, μέλι και ανθόγαλα.

Εκεί άρχισα να χαμογελάω. Ώπα λέω, καλά το πάει. Είμαι της παράδοσης, δεν πολυγουστάρω τις μοντερνιές και τα γκουρμέ. Αμ δε! Η Ομόνοια κλειστή. Πορεία Κυριακάτικα ρε γαμώτο; Δεν μπορέσαμε να πλησιάσουμε τη Στάνη από πουθενά. Τι χαμογέλασα στο μπάτσο όλο νάζι, τι στην πορεία μπήκα και φώναζα μπροστάρισσα με το πανό, τίποτε. Η Ομόνοια απροσπέλαστη.

Η ώρα είχε πάει 13:30. Χωρίς καφέ, χωρίς πρωινό, καταλαβαίνετε, τα νεύρα μου χαρτοπετσέτες!

– Μη χαλιέσαι ρε αγάπη, μου λέει ο Φάνης, πάμε κατευθείαν για φαγητό σε ένα μέρος καταπληκτικό. Θα δεις, θα ξετρελαθείς!

Ο Φάνης ξέρει από Κυριακές!

Χαλάρωσα λίγο και τίναξα πίσω το μαλλί… Το μωρό μου με σκέφτεται λέω και θα με αποζημιώσει.

Φτάσαμε στου Ψυρρή στις 13:45 κι αφού αφήσαμε το παπί αρχίσαμε να περπατάμε ανάμεσα στη λαοθάλασσα που είχε παρόμοια ιδέα με εμάς.

– Μωρό μου έχεις κλείσει τραπέζι κάπου; Ρώτησα εγώ όλο γλύκα.

– Όχι βρε αδερφέ! Εκεί που θα πάμε δε χρειάζεται, ελάχιστοι ξέρουν το μέρος.

Αρχίσαμε να ανεβαίνουμε την Αγίου Δημητρίου και στο νούμερο 12, βλέπουμε μια μικρή σιδερένια ταμπέλα που έγραφε «Αυλή του Ψυρρή». Ήταν ένα παλιό σπίτι που δεν έδειχνε σημεία ζωής, απέξω δεν υπήρχε κανείς. Ανοίγουμε την σιδερένια πόρτα που έτριζε και ξαφνικά βλέπουμε μια στενόμακρη αυλή, γεμάτη τραπεζάκια και κόσμο. Κοιτιόμαστε με έκπληξη και ψάχνουμε να βρούμε κάποιον να ρωτήσουμε αν μπορούμε να καθίσουμε κάπου.

– Μαντάμ δεν υπάρχει τίποτε μου λέει ένας τύπος που κουβάλαγε κάτι κεφτεδάκια και διάφορα μυρωδάτα πράγματα.

 – Μα συγνώμη στις 13:00 δεν ανοίγετε, ρώτησε ο Φάνης. Τι ώρα πρέπει να έρθει κανείς για να βρει τραπέζι;

 – Στις 12:50, του απαντάει ο συμπαθέστατος κουβαλητής κεφτεδακίων.

Μαζέψαμε όλο απογοήτευση τα κατεβασμένα μας μούτρα και φύγαμε από την όμορφη αυλή που «δεν την ήξερε σχεδόν κανένας».

 – Μη στεναχωριέσαι ομορφιά μου, πάμε στα δικά μέρη σήμερα και θα έρθουμε άλλη μέρα εδώ νωρίς.

Κυριακάτικο τραπέζι

Το αγόρι μου είχε τις καλύτερες προθέσεις αλλά η Κυριακή δεν μας ήθελε. Τι να κάνουμε, συμβαίνουν κι αυτά. Γυρίσαμε πάλι στα μέρη μας και πήγαμε στα Άνω Πετράλωνα σε ένα γνωστό μας μεζεδοπωλείο που είχαμε φάει αρκετές φορές. Στον ίδιο δρόμο τουλάχιστον άλλα 6 παρεμφερή μαγαζιά. Δεν υπήρχε ούτε σπαστή καρέκλα θαλάσσης κενή. Εγώ στα πρόθυρα της υστερίας. Ο Φάνης να προσπαθεί να με ηρεμήσει. Μας λυπήθηκε ο θεός μάλλον κι ως διά μαγείας ένα τραπέζι σε ένα μαγαζί αδειάζει. Τρέξαμε σαν τρελοί και καθίσαμε κοιτώντας γύρω μας με την παράνοια ζωγραφισμένη στα πρόσωπα μας. Ο αέρας γύρω μας λυσσομανούσε. Ο καιρός χάλαγε. Η ώρα είναι ήδη 15:00. Επιτέλους θα πιούμε κάτι, όχι βέβαια τον πρωινό μας καφέ που θα έπρεπε, αλλά δε βαριέσαι ας ξυπνήσουμε με τσίπουρο ή κρασί.

Ένα παλικαράκι, γύρω στα 19 έρχεται στο τραπέζι μας.

– Θα καθίσετε, μας ρωτάει, με κενό βλέμμα.

– Όχι, μας έριξε μια σκουληκότρυπα του διαστήματος από ένα άλλο σημείο του γαλαξία τυχαία.

Χριστέ μου, δως μου δύναμη να μην τον βρίσω. Χαμογέλασα με σφιγμένα δόντια και του έγνεψα καταφατικά. Μαζεύει βαριεστημένα το τραπέζι και φέρνει ένα μικρό χάρτινο τραπεζομάντηλο και το στρώνει πάνω σε ένα τραπέζι γεμάτο ψίχουλα, λάδια, υπολείμματα τυροκαυτερής και διάφορα άλλα φαγώσιμα.

Ποτέ την Κυριακή

– Σε παρακαλώ Κυβέλη, μην κάνεις σκηνή.

Μας πλησιάζει μια κυρία με ένα σημειωματάριο στο χέρι.

– Είστε έτοιμοι; μας ρωτάει.

– Αν και υπάρχουν αρκετά ακόμη να φάμε της απαντώ, δείχνοντας της το λερωμένο τραπέζι, θα πάρουμε και κάτι ακόμη.

 – Συγνώμη, ο μικρός είναι καινούριος, θα το καθαρίσω αμέσως, μου λέει.

Για να μην σας κουράσω με όλες τις γλαφυρές σκηνές που ακολούθησαν, με τα πολλά, παραγγείλαμε και σε 20’ επιτέλους ξεκινήσαμε να τρώμε.

 – Ρε Φάνη μου δε λες να μας φέρουν και μια τυροκαυτερή; είχα τη φαεινή ιδέα εγώ. Μέγα λάθος! Άνοιξα τους ασκούς του Αίολου! Αφού την παραγγείλαμε στην κυρία, έρχεται μετά από πέντε λεπτά ο ιδιοκτήτης, όπως μάθαμε από τον ίδιο, και μας λέει:

– Κυρία μου γιατί δεν τη ζητούσατε από την αρχή; Ξέρετε πόσες παραγγελίες έχει να βγάλει αυτή τη στιγμή η κουζίνα; Αν θέλετε τυροκαυτερή θα πρέπει να περιμένετε να έρθει η σειρά σας. Κι άρχισε να μας λέει όλα τα δεινά που τραβάει μ’ αυτό το μαγαζί. Ότι είναι 42 και δεν έχει ζήσει τίποτε (για 55 έμοιαζε, να τα λέμε κι αυτά), ότι δουλεύει 20 ώρες την ημέρα και δε βλέπει τα παιδιά του, ότι θα το πουλήσει το ρημάδι και θα πάει στο χωριό του και πολλά άλλα…

Μόνο συγνώμη που δεν του ζήτησα για την τυροκαυτερή!

Όπως καταλαβαίνετε φύγαμε άρον άρον γιατί εν τω μεταξύ είχαν ανοίξει  οι ουρανοί κι έριχνε με το λάστιχο και καταλήξαμε βρεγμένοι μέχρι το βρακί στο σπιτάκι μας κατά τις 17:00.

Home sweet Home!

Συμπέρασμα: δεν ξαναβγαίνω ποτέ την Κυριακή! Κι αν το ξανατολμήσω ποτέ θα έχω κλείσει τραπέζι ένα μήνα πριν, θα έχω τσεκάρει για διαδηλώσεις, απεργίες, μαραθώνιους και τα συναφή και φυσικά πρόγνωση καιρού από έγκυρη πηγή κι όχι σάιτ του κ…υ!

Αυτά!

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Κυβέλη Μελά

Είμαι η Κυβέλη και δηλώνω απόλυτα διαταραγμένη ακόμη ευτυχώς! Λάτρης όλων των Τεχνών, καλών και κακών, φλερτάρω με την ποίηση τη συγγραφή και τη ζωγραφική μπας και μου κάτσει κάποια από τις τρεις. Μοναδικός μου στόχος η επιβίωση από το πόλεμο μου μαίνεται στο μυαλό μου. Είδωμεν…

Αφήστε ένα σχόλιο