Όταν οι λέξεις θάλλουν, στο ΣημειΩματάριο της Μαρίας Σωτηροπούλου
Θάλασσα θυέλλης
Πρέπει να κόψω τις δύσκολες λέξεις.
Αυτές κλωτσάνε διαμαρτύρονται
Φοράνε το δέρμα τους πάνω από τα ρούχα μου
Κυνηγητό ως το σημείο.
Μη .
Δεν .
Περπάτησα στη θύελλα.
Όταν δεν φυσούσε ούτε μισό φτερό.
Κράταγα τον αφρό στην ανάσα μου.
Να φωτίσει ότι ήξερα.
Κάτω απ’ τον βυθό μου.
Κι έκανα ότι λείπω.
Μεγάλο σχέδιο
Για μικρο υδατογράφημα.
Έτρωγα λίγο από την πιο μακρυνή μου στεριά.
Και προσδοκουσα καρφιά ανά στάσιμα.
Έπεφτα.
Κι όσο έπεφτα
Έβγαινα σε λέξεις
Αποσκευές.
Τι θα κανα στη θέση μου;
Κι άλλαξα θέσεις μ’εναν ύφαλο.
Έλα εσύ εκεί του είπα.
Να πάω εγώ εδώ
Κι έκανα πως χαζευα τους αχινούς.
Ενώ στερεωνα αγκάθια .
Και ξεκρεμαγα βαρκούλες.
Πήγα εγώ εδώ.
Περπάτησα στο νερό.
Θαύμα.
Θαύμα.
Κι επέστρεψε μεγάλο κύμα.
Κι έσβησε.
Τι ώρα είναι
Ένα μεγάλο ταξίδι μπροστά μου μεταφέρει έναν αδιέξοδο δρόμο.
Κανείς δεν είναι λαβύρινθος προς την έξοδο του
Θάλασσα μου
Δεύρο μέσα.
Ζητώ συγχώρεση από ένα άσπρο βότσαλο
Και το ρίχνω στον αέρα.
Στεναγμέ δεύρο έξω μου.
μας έκανες τόσο γήινους.
Τι κρατάς εκεί;
Με ρωτάει θορυβημένο το απόγευμα.
Κι ας ξέρει.
Έτσι ρωτάει.
Άσκοπα.
Τι κρατάς εδώ;
Κάτι ερωτήσεις που κάνει κι αυτό
Ώρες
Ώρες.
Μακρόσυρτο τηλεγράφημα
Σύντομο φθινόπωρο.
Αντίθετο.
Αντίθρηνα.
Που πάει ό,τι αγαπήσαμε όταν μας πεθάνει;
Τι κρατάς εκεί;
Ένα προαίσθημα.
Έναν
Μαύρο κύκνο.
Έναν
Χρησμό.
Ζητώ συγχώρεση από ένα άσπρο βότσαλο.
Και το ρίχνω στον αέρα.
Μη με ξανά ρωτήσεις.
Αργά.
Αργότερα.
Νωρίς.
Ποτέ.
Πάμε στη θάλασσα;
Μεγάλος μπελάς να πρέπει να βρεις τίτλο για ό,τι φύλλο άσπρο γράφεται ερήμην σου.
Εγώ την ανεμώνη τη λέω ανεμώνη.
Και την πέτρα πέτρα.
Κρατώντας μόνο τα απαραίτητα.
Τη λευκή βασίλισσα.
Για τις μεγάλες αποστάσεις.
Ό,τι έμαθα.
Τη στιγμή
Που
Κρατιόμουν γερά
Από μία εύθραυστη ανακωχή.
Έστω συνθήκη.
Ξέχασα.
Άμμος στα μάτια μου.
Στην αρχή έλεγα αν τα κρατώ κλειστά θα πάρω πίσω ό,τι δεν έχασα.
Ό,τι δεν έπαιξα.
Ό,τι δεν συνθηκολόγησα έστω.
Ανεξήγητο
Πώς
Και με τα μάτια κλειστά μετρούσα ιππόκαμπους να μου περάσει η αμμοθύελλα.
Αυτοί ξεστράτιζαν.
Και πήγαιναν προς την έκβαση.
Έχανα το μέτρημα
Και ξανάρχιζα.
Ένα.
Ένα.
Ένα.
Ένα βράδυ.
Ένα πρωί.
Αν άκουγα βήματα
‘Εγερνα προς την άλλη μου πλευρά.
Δεν είναι δύσκολο.
Αν βρεις προς τα που
Γλιστράει η σκέψη
Μετά είσαι παιχνιδάκι.
Μετά άνοιξα ένα λεξικό.
Βρήκα οριστικούς
Αόριστους
Κι ασυντέλεστους μέλλοντες.
Χρόνους.
Ή με βρήκανε αυτοί.
Δεν είναι δύσκολο
Το αδύνατο.
Αν βρεις προς τα που
Κλαις
Μετά είσαι
Αστείρευτος.
Κι αφού όλα τα είχα υπολογίσει
Πώς μου `ρθε
Κι είπα τη λάθος στιγμή στη σωστή λέξη .
Και βάζω τον ασυντέλεστο αόριστο
Σε μεγάλη σιωπή.
Βηματίζει πάνω κάτω
Πάνω κάτω.
Πάνω κάτω.
Σαν ενεστώτας στο κλουβί.
Μπορώ να κρυφτώ μπροστά στα μάτια μου.
Δεν είναι δύσκολο.
Αν βρεις τον πιο μακρύ σου φόβο
Μετά είσαι στρουθοκάμηλος.
Και κρύφτηκα.
Χίλιες φορές και κάθε φορά καλύτερα.
Και τώρα;
Τώρα
Με κρατάει ξάγρυπνη ένα
Μικρό τόσο μικρό
Αόριστο
Άναρθρο.
Δεν είναι δύσκολο.
Αν στήσεις μία παρένθεση εδώ
Και μία στην άλλη σου άκρη
Μετά είσαι .
Ανύπαρκτο.
Κίτρινο και μόνο του.
(Είναι κάπως σαν νησί.
Όχι στεριά.
Είναι ο ήχος που σωπαίνει το σύμπαν όταν παίζει τα ρέστα του.)
Είναι να λυπάσαι το αδιάβροχο μετά την καταιγίδα.
Βρεγμένα τα βήματα
Ξεκρέμαστη η βροχή.
Κι αυτό
Πανί ανθεκτικό.
Και τόσο μόνο του.
Μόνο του να φοβάται τις σταγόνες.
Σε όλες του τις εκφάνσεις.
Αδιάψευστο.
Αδιαπέραστο.
Και τόσο μάταιο.
Σπάει σε μικρά κομμάτια όταν το πλησιάσει κάποια φλόγα θαλπωρής.
Κι όλο παριστάνει το σπουδαίο.
Από πάνω του παίρνανε οι γλάροι.
Δίπλα του οι αστραπές των άλλων.
Και πιο πολύ ο καιρός.
Είχα δυνατότητες εγώ.
Λέει το αδιάβροχο κλαίγοντας βρόχινες ζωές.
Των άλλων.
Κι έτσι από βήμα σε βήμα όταν οι άλλοι πηγαίνουν κάπου
Κυνηγημένοι έστω από τα στάχυα
Αλαφιασμένοι έστω από τους κύκλους των νερών
Προστατεύοντας έστω σκιάχτρα μην τα τρομάξουν τα καλαμπόκια και τα βαμβάκια κι ο, τι έμψυχο έζησε
Αυτό κοιτάει τα φαρδιά μανίκια του.
Εκεί κρύβει τους περασμένους του βροχερούς λυγμούς.
Τι χρώμα είναι κανείς δεν ξέρει.
Κάτι ξεθωριασμένο.
Ξέχωρο.
Ξεχωρίζει μόνο από την υπόσταση του.
Άκαμπτη.
Δύσκολη δουλειά να είσαι αλεξικέραυνο αλεξίβροχο αλώβητο από τα μουσκεμένα θαλοσσόξυλα.
Δύσκολη δουλειά να είσαι διαχείριση υδάτινου δυναμικού.
Μα πιο πολύ δύσκολο ότι έχεις να είναι κρυμμένο στα φαρδιά μανίκια σου.
Την ώρα που ο καιρός παίζει τα ρέστα του.
Κλέφτης του εαυτού σου.
Απελθέτω απ’ εμού το τίποτα τούτο.
Και άσε με να παίρνω τους γλάρους αγκαλιά.
Την ώρα που η βροχή παίζει τα ρέστα της.
(Κλαίει, όλα τα άψυχα κλαίνε.
Όταν όλοι σκουπίζουν τα περασμένα δάκρυα τους και το κρεμάνε στη σκάλα του χολ δίπλα στο χαλάκι, βγάζει από τα φαρδιά μανίκια του ένα σπασμένο φεγγάρι.
Κάποτε το κράταγε ανοιχτό σαν λύση σαν λυγμό σαν παρτίδα θάλασσα την ώρα που η στιγμή έπαιζε τα ρέστα της)
Ανεμώνοι
Ζυγίζω τον αέρα.
Τον ξαναγράφω.
Φεύγω κατά ρυπάς.
Σβήνω.
Διεξοδικά.
Φυσάει από δω μνήμη.
Φυσάω από κει διάψευση.
Αντίστιξη.
Γομολάστιχα .
Τεντωμένος βοριάς.
Στο ακρότατο υστερόγραφο του.
Στροβιλίζεται κάτι.
Δεν υπάρχει.
Και μετά όλα.
Και τώρα τι.
Ορθογραφώ κρατώντας το μολύβι μου που έμεινε μόνο του να χορεύει.
Πριν χάσει τα μεσάνυχτα του.
Άδειο.
Αίολο.
Ασκούμαι.
Ζυγίζω τον αέρα χτυπώντας τον στα χέρια μου.
Έξοχα.
Κρίμα.
Καλώ ό,τι είδα να τραμπαλίζεται λίγο πριν ισορροπήσει χάος.
Χάος από το τίποτα.
Αυταπόδεικτο σα να μη λέμε.
Αναπόφευκτο.
Πέφτει.
Αντίστοιχα.
Ισοπαλία.
Σα να κλαίμε.
Στιγμές στιγμές υψώνεται στο πρόσωπο μου μία στιγμή.
Πολύ κοντά.
Λίγο πριν μπει στα μάτια μου.
Ξύστρα.
Λίγο πριν.
Απόσταση ασφαλείας.
Πέτρινη στέγη
Ζυγίζω την απόσταση.
Άλλοτε στα μέτρα του δυνατού.
Άλλοτε.
Λέξη.
Κλειδί.
Αχυρένια.
Έχουν ξεχαστεί κάτι σελίδες στην τσέπη μου.
Αυτές νομίζουν ότι είναι ακόμα εποχή λεξηφορίας.
Άχυρα.
Άνθρωπος.
Ζυγίζω σχεδόν όσο αθόρυβα λυπάμαι.
Ποιον δεν ξέρω.
Για ποιόν.
Τους ανέμους λύσατε.
Ανεμομιλήματα
Σελιδό-σκορπίσματα
Άπνοια.
