Άννα Μάνου: “Το τείχος της ευτυχίας”
Παραμύθι για τον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο: “Το τείχος της ευτυχίας”
(ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά)
Μια φορά κι ένα καιρό, εκεί στα βρώμικα στενά της Βαγδάτη, ζούσε ένας άστεγος, διπλά δυστυχισμένος από τους άλλους άστεγους. Ο λόγος ήταν εξωπραγματικός… πολύπλοκος. Ο άστεγος λοιπόν αυτός ήταν, ο μονάκριβος γιος του Βασιλιά. Γεννήθηκε δηλαδή πριγκιπόπουλο, μέσα στα μετάξια και τα πλούτη, σ ένα τεράστιο παλάτι με μεγάλους κήπους γεμάτους πουλιά κι αρώματα. Το παλάτι ήταν οχυρωμένο από ένα ψηλό τοίχο. Κανένας δεν μπορούσε να μπει, ούτε να βγει από κει χωρίς έλεγχο. Ο λαός το έλεγε το κάστρο της ευτυχίας, μια που εκεί μέσα κανένα οικονομικό (τουλάχιστον) πρόβλημα δεν είχε θέση. Μόνο γλέντια, χοροί και καθημερινές διασκεδάσεις για τη Βασιλική οικογένεια και τους φίλους τους. Η πρώτη του κουδουνίστρα, κουδούνιζε από τα ρουμπίνια που είχε στο εσωτερικό της. Ότι ήθελε το είχε. Μεγαλώνοντας, ότι δεν ήθελε πια, το έσπαζε, το έσκιζε, ή το έκαιγε για να μη το αποκτήσει κανένας άλλος. Ήταν όμορφος έξυπνος γυμνασμένος, αλλά αμόρφωτος, κακός και άπονος.
Ο λαός έτρεμε τη μέρα που το βασίλειο θα περνούσε στα χέρια του. Οι μοίρες που τον μοίραναν ήταν λυπημένες. Δεν μπορούσαν να θυμηθούν, πιο μαγικό είπαν λάθος και χάθηκαν όλα τα καλά της καρδιάς του. Και αυτά που όλοι οι άνθρωποι φέρνουν μαζί τους, προίκα από τον Θεό, όταν κατέβουν στη γη, αλλά κι αυτά που απλόχερα του χάρισαν, το βράδυ που τον μοίραναν. Αισθανόταν ένοχες για το μέλλον αυτού του καλού λαού. Μια μέρα, η πιο καλή απ` όλες, εκείνη που μήτε άνθρωπο μοίρανε με κακία μήτε ζώο μήτε φυτό αποφάσισε να πάει να βρει το Πριγκιπόπουλο και να προσπαθήσει να βγάλει και τη πιο μικρή καλοσύνη απ την σκληρή ψυχή του.
Το βράδυ που πήγε στο παλάτι είχαν χορό μεγάλο. Όλου του κόσμου οι όμορφες ήταν εκεί. Ο πρίγκιπας Τζαμάλ γύρευε νύφη. Μέσα στη χαρά πήγαν τα κορίτσια στο παλάτι, ντυμένες και στολισμένες μ ότι καλύτερο είχε η κάθε μία. Κλαμένες και προσβεβλημένες έφευγαν μία – μία και μήτε πρίγκιπα άντρα ήθελαν πια, μήτε να τον ξαναδούν ποτέ τους. Βλέπετε ο Πρίγκιπας, χορεύοντας μ όλες τις κοπέλες, βρήκε και μια προσβολή να πει σε κάθε μια τους. Αφού οι πιο πολλές έφυγαν, βγήκε κι αυτός να κάνει μια βόλτα στο κήπο και να επιβραβεύσει τον εαυτό του για τη δίκαιη κριτική, που θεωρούσε ότι έκανε. Τότε η μοίρα εμφανίστηκε μπροστά του, σαν πάμφτωχη γριά, εκλιπαρώντας τη βοήθεια του κι ένα κομμάτι ψωμί. Η αντίδραση του εγωιστή Πρίγκιπα ήταν να τη σπρώξει τόσο βίαια, που η γριά έπεσε κάτω. Αυτός έφυγε χωρίς να της ρίξει δεύτερο βλέμμα. Πεσμένη κάτω στο λασπωμένο χώμα του κήπου η μοίρα τον καταράστηκε. Κι έτσι όπως αυτός έφευγε αδιάφορος, η κατάρα γαντζώθηκε στη πλάτη του κι έγινε ακόμα πιο βαριά.
Ο Πρίγκιπας βρέθηκε στη στιγμή έξω απ` το παλάτι βρώμικος φορώντας κουρέλια. Έτρεξε αμέσως προς το φυλάκιο στην είσοδο του παλατιού, για να μπει μέσα. Φυσικά κανένας δεν τον γνώρισε έτσι που ήταν. Αυτός προσπάθησε να τους εξηγήσει, αλλά τα λόγια του, όταν μιλούσε για τη ταυτότητα του, δεν ακουγόταν. Οι φύλακες τον έσπρωξαν, όπως έκανε αυτός πριν λίγο. Έπεσε κάτω κι αυτοί μπήκαν γελώντας στο παλάτι. Για ένα μεγάλο διάστημα, ο Πρίγκιπας προσπάθησε πολλές φορές να μπει έστω κρυφά στο παλάτι, αλλά πάντα κατέληγε χτυπημένος από τους φρουρούς έξω από την σιδερένια πόρτα του παλατιού. Το τοίχος της ευτυχίας δεν τον προστάτευε πια. Μόνο πίκρα έπαιρνε κοιτάζοντας το. Γι` αυτό και σιγά σιγά δεν περνούσε ούτε απ` έξω.
Σ όλη τη χώρα γύριζαν ντελάληδες κι έταζαν κιούπια με λίρες, σ όποιον μπορέσει να δώσει κάποια πληροφορία για το χαμένο Πριγκιπόπουλο. Κανείς όμως δεν ήξερε που είναι. Όσο για τον ίδιο έλιωνε απ το μαράζι του, ξέροντας ποιος είναι και να μη μπορώντας να φανερώσει την ταυτότητα του.
Οι άλλοι άστεγοι, θεωρώντας τον όμοιο τους, προσπάθησαν να τον πλησιάσουν και να τον βοηθήσουν. Ο Πρίγκιπας όμως τους έδειχνε την αηδία του, μ όλους τους τρόπους. Έτσι τον άφησαν στη δυστυχία, στη μοναξιά και στη πείνα του. Τη πρώτη εβδομάδα στους δρόμους, δεν έφαγε ούτε ήπιε τίποτε. Μετά ξεκίνησε με κανένα φρούτο που έκλεβε από την αγορά. Τα βράδια δεν πλησίαζε τη φωτιά που άναβαν οι άλλοι φτωχοί για να ζεσταθούν. Κοιμόταν μόνος και δυστυχισμένος. Όλα είχαν αλλάξει στη ζωή του. Μόνο η βαθιά κακία του για όλους, έμενε ίδια. Ακόμα και τα ζώα ένοιωθαν τη κακία του και τον απέφευγαν. Καμιά μαϊμουδίτσα ποτέ, ούτε γατάκι, ή άλλο αδέσποτο δεν τον πλησίασε ποτέ. Ένα βράδυ, ένα πεινασμένο λιοντάρι μπήκε στη πόλη, ψάχνοντας φαγητό κι έτυχε και συναντήθηκαν. Το λιοντάρι τον κοίταξε στα ματιά για λίγα λεπτά και γρύλισε. Μετά γύρισε κι έφυγε τρέχοντας προς το δάσος.
Λίγο καιρό μετά, νύχτα… λίγο πριν φωτίσει η μέρα, ένα μικρό γατάκι, που είχε χάσει τη μαμά του και γύριζε στους δρόμους ψάχνοντας την όλη νύχτα, έπεσε πάνω στον κοιμισμένο ζητιάνο. Εξαντλημένο όπως ήταν από τη κούραση, κούρνιασε και κοιμήθηκε κοντά του. Το πρωί το γατάκι ξύπνησε πεινασμένο κι άρχισε να κάνει πατουσάκια στη κοιλιά του ζητιάνου – Πρίγκιπα ψάχνοντας φαγητό. Ο Πρίγκιπας ξύπνησε κι είδε το γατάκι πάνω του. Έσμιξε τα φρύδια του θυμωμένος κι έκανε να σηκωθεί να το διώξει. Αυτό όμως είχε ήδη αρχίσει να κάνει πατουσάκια στη κοιλιά του, τότε μια παράξενη ζεστασιά τον μαλάκωσε περίεργα. Έσκυψε και το κοίταξε. Δυο μικρούτσικες θάλασσες, πάνω από τεράστια λευκά μουστάκια, τον κοίταζαν θεωρώντας δεδομένη την αγάπη του. Μ ένα μικρό νιαούρισμα του συστήθηκε και με μια τούμπα του έδειξε την εμπιστοσύνη του, στη κάτασπρη κοιλίτσα του.
Το έσπρωξε ελαφρά και σηκώθηκε και πήγε να πάει να βρει κάτι να φάει. Πεινούσε πολύ. Ένα μικρό συνεχές νιαούρισμα στο πλάι του τον ενημέρωσε ότι ο μικρός τετράποδος τον είχε υιοθετήσει.
-Φύγε, φύγε, του είπε αυστηρά, αλλά πολύ ήπια για τα δεδομένα του. Λίγο μετά σε μια γωνιά καθισμένος ξεφλούδιζε μια μπανάνα, ενώ το μωρό τον κοίταζε στα μάτια χωρίς να μιλά.
-Θα πνιγώ έτσι που με κοιτάς του είπε και χαμογέλασε. Πόσο καιρό έχω να χαμογελάσω σκέφτηκε. Έβαλε το χέρι του στη τσέπη του. Λίγες δεκάρες έπαιξαν με τα βρώμικα δάχτυλα του. Λίγα λεπτά μετά τις έδειχνε σε ένα πλανόδιο πωλητή γάλατος ζητώντας την αναλογία γάλατος από το εμπόρευμα του. Ο πωλητής τον κοίταξε ειρωνικά.
-Τι να το κάνεις μια γουλιά είναι.
-Δε το θέλω για μένα αλλά γι αυτό είπε κι έδειξε το γατάκι. Λίγο ντρεπόταν και λίγο απορούσε κι αυτός ακούγοντας τα λόγια του.
Ο πωλητής τον κοίταξε. Γέμισε ένα μεγάλο κύπελλο και του το έδωσε.
-Έχει και για σένα να μη ζηλεύεις το φίλο σου. Να έρθεις κι αύριο, εδώ θα είμαι.
Πήγαν κάπου κι ήπιαν κι οι δυο το γάλα. Μετά το γατάκι μπήκε στην αγκαλιά του χουρχουρίζοντας κι ο Πρίγκιπας ανακάλυπτε τη χαρά του να χαϊδεύει κάποιον. Ο ήχος που έβγαινε από το σώμα του γατιού, σαν να ημέρευε τη άσκοπη φουρτούνα της ψυχής του.
Οι μέρες περνούσαν κι αυτοί έγιναν αχώριστοι πια. Ο πρίγκιπας άρχισε να λέει καμιά καλημέρα, που και που και στους άλλους ζητιάνους. Ο γαλατάς τους έδινε κάθε πρωί ένα μεγάλο ποτήρι γάλα και δυο φέτες ψωμί. Όταν μετά από λίγο καιρό, πρότεινε στο ζητιάνο να πάει να δουλέψει σαν πωλητής στον πάγκο με μπανάνες του θειου του, αυτός δέχτηκε με χαρά. Όχι τόσο γι` αυτόν όσο για να μπορέσει να προσφέρει λίγο περισσότερο φαγητό στο γατούλη.
Εκεί στον πάγκο, δούλευε φιλότιμα όλη μέρα. Ο ιδιοκτήτης, ο Μουσταφά έπρεπε να πάει ένα ταξίδι για δουλειές. Ο ζητιάνος με τη κόρη του αφεντικού, έμειναν πολύ καιρό μαζί, εκεΊ στον πάγκο να πουλάνε όλη μέρα μπανάνες. Επόμενο ήταν τα δυο παιδιά ν αγαπηθούν. Σε λίγο καιρό γύρισε κι ο πατέρας του κοριτσιού από το ταξίδι. Τότε ο Κεμάλ του μίλησε για την αγάπη του και ζήτησε το χέρι της αγαπημένης του Σακίρα. Ο Μουσταφά ήταν ένας πραγματικά καλός άνθρωπος και γλυκός πατέρας. Ποτέ δεν σκέφτηκε ότι ο Κεμάλ ήταν ένα φτωχό παιδί. Το μόνο που μέτρησε γι` αυτόν, ήταν ότι όταν τον κοίταζε η κόρη του, τα μάτια της γελούσαν.
Τη μέρα του γάμου τους, ο Κεμάλ, έβαλε όμορφα, καθαρά και καινούργια ρούχα και τότε φάνηκε όλη η ομορφιά του. Έτσι λοιπόν, καθαρός και καλοντυμένος, μαζί με τον γατούλη πήγε στο παλάτι. Στάθηκε μπροστά στο φρουρό, που τον γνώρισε αμέσως κι άνοιξε διάπλατα τη πόρτα. Ο Κεμάλ κι ο γατούλας πέρασαν μέσα από το τοίχος της ευτυχίας. Έτρεξε κι αγκάλιασε τους γονείς του, που είχαν γεράσει από τον καημό τους. Όση ώρα τους έλεγε για την ιστορία του, είχε στείλει τη βασιλική άμαξα να φέρει τη νύφη και τους γονείς της. Ο Βασιλιάς κι η Βασίλισσα έκλαιγαν από την χαρά τους, που είχαν πάλι κοντά τους τον μοναχογιό τους. Αυτόν που τόσο καιρό θεωρούσαν χαμένο.
Τότε ο Πρίγκιπας ζήτησε να γίνει αμέσως ο γάμος του στη Βασιλική εκκλησία. Αλλά ζήτησε επίσης την ώρα που αυτός θα παντρευόταν εργάτες να γκρεμίζουν τον τοίχο της ευτυχίας. Ο βασιλιάς απόρησε, αλλά ο Κεμάλ του εξήγησε.
-Πατέρα μου και Βασιλιά μου, η ευτυχία είναι νερό που κυλά παντού και ξεδιψά όποιον την έχει στερηθεί. Δεν μπορεί να περιοριστεί μέσα σε κανένα τοίχο. Τα τείχη φέρουν δυστυχία και στους μέσα σ αυτά και στους έξω απ αυτά. Το να θέλεις να περιορίσεις την ευτυχία εδώ μέσα, είναι σαν να θέλεις να περιορίσεις τον αέρα σε μια περιοχή κι αλλού να μην υπάρχει. Γίνετε αυτό, δεν γίνετε. Ο αέρας χρειάζεται παντού στο κόσμο. Όπως κι η χαρά, η αγάπη, το χάδι, η στοργή και κάποιες λίγες, πολύ λίγες στιγμές ευτυχίας χρειάζονται κι αυτές παντού στον κόσμο. Σ` όλο τον κόσμο. Και στους Βασιλιάδες και στο λαό.
Έτσι έπεισε τον πατέρα του και την ώρα που ο Πρίγκιπας παντρευόταν τα τείχη γκρεμιστήκαν και χιλιάδες κόσμος μπήκε στους κήπους του παλατιού και χαιρόταν για τον Βασιλιά για τη Βασίλισσα και για τον γιο τους που γύρισε πίσω. Κι έγινε όλος ο λαός μια αγκαλιά που καλοδέχτηκε τον χαμένο πρίγκιπα μ` αγάπη.
Μετά από λίγο καιρό, ο Βασιλιάς βλέποντας πόσο πολύ έχει αλλάξει ο γιος του, παραιτήθηκε από τον θρόνο κι ανέλαβε ο Κεμάλ κι η γυναίκα του, (φυσικά με τον γατούλη στο πλευρό τους πάντα), κυβέρνησαν μαζί αγαπημένοι, πολλά χρόνια τον λαό τους, με δικαιοσύνη κι αγάπη, όχι σα Βασιλιάς και Βασίλισσα αλλά σαν πατέρας και μάνα.
Εγώ δεν ήμουν εκεί και πραγματικά δεν ξέρω αν όλη αυτή η ιστορία, είναι αληθινή. Όμως την κατέγραψα όπως ακριβώς μου την διηγηθήκαν. Της καρδιάς μου η λαχταρά όμως, είναι να είναι αληθινή. Κι όλης της γης οι άνθρωποι να διδαχτούν από τα ροζ πατουσάκια ενός τρυφερού γατούλη την έννοια της αγάπης. Έτσι όπως έμαθε ο Κεμάλ απ τον δικό του γατούλη. Ν αγαπήσουν όλοι αληθινά και δυνατά, τα ζώα, τα φυτά, τους άλλους ανθρώπους. Λαχταρώ η ζωή μας να γίνει ένας χαρούμενος χαρταετός, σε γαλάζιο ουρανό. Ένας ταξιδιάρης χαρταετός με μακριά πολύχρωμη ουρά, απ` την οποία να κρέμονται τα όνειρα όλων των παιδιών, η πίστη των ζώων σ εμάς, τους εγωιστές ανθρώπους και τα χρώματα των λουλουδιών. Καλό βράδυ και με πολλούς χαρταετούς κι ουράνια τόξα στα όνειρά σας.
Λίγα λόγια για την Άννα Μάνου:
Γεννήθηκα στη Λήμνο, μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη και ζω πάρα πολλά χρόνια στην Αθήνα. Όλες ισάξιες κι αξιαγάπητες πατρίδες, πηγές μνήμης και γνώσης κι αγάπης. Η εργασία απ την οποία συνταξιοδοτήθηκα ήταν ο σχεδιασμός και το πατρόν των ρούχων Παρακολούθησα σεμινάρια σεναρίου, παραμυθιού και δημιουργικής γραφής . Η γραφή με ηρεμεί και συγχρόνως με βάζει σε εγρήγορση. Με βοηθά να κατανοώ πράγματα στους άλλους, αλλά και στον εαυτό μου. Νομίζω ότι είναι το μεγαλύτερο δώρο που μου έκανα.
Έχω πάρει μέρος στις εκδόσεις
1.Το κάστρο των παραμυθιών. Των εκδόσεων Ωρίων
2.Ταξίδια στη μυθοπλασία. Των εκδόσεων Harmony & Creativity
3.Λόγοι δια γραφής. Αυτοέκδοση
Λίγα λόγια από το ΣημειΩματάριο:
Ο Λογοτεχνικός Μαραθώνιος διοργανώθηκε από το περιοδικό ΣημειΩματάριο με γνώμονα τη διάδοση της λογοτεχνίας και την επίτευξη αλληλεπίδρασης μέσω αυτού του κοινού άξονα, δράση που ουδεμία σχέση έχει με διαγωνισμούς και αμειβόμενες προωθητικές ενέργειες
Το περιοδικό ΣημειΩματάριο έχει θέσει ως όρο για τη συμμετοχή στον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο τη σύμπλευση των κειμένων με τους κανόνες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και την άρτια επιμέλειά τους. Ως εκ τούτου, δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο και την εμφάνιση των κειμένων που θα δημοσιευτούν, αν και θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για την ταύτισή τους με τους όρους του περιοδικού.
Πηγή βιογραφικού – φωτογραφίας: Άννα Μάνου
Επιμέλεια παρουσίασης: Άννα Ρω
