You are currently viewing Απου­σία του Αργύρη Χιόνη, στο ΣημειΩματάριο της Μαρίας Σωτηροπούλου

Απου­σία του Αργύρη Χιόνη

Μνήμη Τάκου (Δημήτρη) Αλεξίου

Τη λέ­ξη απου­σία την άκου­σα, για πρώ­τη φο­ρά, στο σχο­λείο. Ο δά­σκα­λος έπαιρ­νε απου­σί­ες, ο απου­σιο­λό­γος έπαιρ­νε απου­σί­ες… Για­τί τις παίρ­να­νε, πού τις πη­γαί­να­νε και τί τις κά­να­νε, πο­τέ δεν κα­τά­λα­βα. Και επει­δή, μι­κρός, ήμουν πο­λύ φι­λά­σθε­νος, παίρ­να­νε συ­χνά και τις δι­κές μου απου­σί­ες, χω­ρίς ωστό­σο να νιώ­σω πο­τέ ότι κά­τι μου αφαι­ρού­σαν, κά­τι μου έλει­πε.
Το ίδιο γι­νό­τα­νε και με τον πυ­ρε­τό μου. Κά­θε φο­ρά που αρ­ρώ­σται­να, μου ᾽λε­γε η μά­να μου: «Έλα, να σου βά­λω το θερ­μό­με­τρο, να σου πά­ρω τον πυ­ρε­τό». Και μου ᾽βα­ζε το θερ­μό­με­τρο στη μα­σχά­λη, αλ­λά τον πυ­ρε­τό δεν μου τον έπαιρ­νε, για­τί ο πυ­ρε­τός έμε­νε εκεί και μ᾽ έψη­νε, μέ­χρι που απο­φά­σι­ζε να φύ­γει από μό­νος του και κά­ποιον άλ­λο­νε να βρει για να παι­δέ­ψει.
Εί­χα, όπως κα­τα­λα­βαί­νε­τε, ένα πρό­βλη­μα με τις λέ­ξεις που δεν χρη­σι­μο­ποιού­νταν κυ­ριο­λε­κτι­κά, που άλ­λα έλε­γαν και άλ­λα εν­νο­ού­σαν. Δεν εί­χα ακό­μη μά­θει τη με­τα­φο­ρι­κή χρή­ση τους· δεν ήμουν ακό­μη ποι­η­τής.
Αυ­τό συ­νέ­βη λί­γο αρ­γό­τε­ρα. Θέ­λω να πω, άρ­χι­σα να γί­νο­μαι ποι­η­τής, όταν, με τη βο­ή­θεια του νο­νού μου, έμα­θα ότι η απου­σία εί­ναι που­λί.
Ο νο­νός μου, ένας γλυ­κός, δια­βα­σμέ­νος και ευ­φά­ντα­στος άν­θρω­πος, ζού­σε, με τη γυ­ναί­κα του, σε μια με­γά­λη μο­νο­κα­τοι­κία με εξί­σου με­γά­λο κή­πο. Ακρι­βώς δί­πλα (ένας ψη­λός μα­ντρό­τοι­χος ήταν το όριο), βρι­σκό­τα­νε η λαϊ­κή αυ­λή όπου εμείς, τέσ­σε­ρα άτο­μα, κα­τα­λαμ­βά­να­με, με τα­πει­νό νοί­κι, ένα μό­νο δω­μά­τιο χω­ρίς κα­νέ­να βοη­θη­τι­κό χώ­ρο.
Επει­δή ο νο­νός μου, ενώ εί­χε με­γά­λο σπί­τι και με­γά­λη καρ­διά, δεν εί­χε παι­διά, απο­φά­σι­σε να αγα­πά­ει εμέ­να σαν παι­δί του. Μό­λις, λοι­πόν, γύ­ρι­ζε σπί­τι απ᾽ τη δου­λειά (βι­βλιο­πώ­λης ήτα­νε), έβγαι­νε στον κή­πο και ξε­ρό­βη­χε. Αυ­τό ήταν το σύν­θη­μά μας, ο μυ­στι­κός μας κώ­δι­κας, που σή­μαι­νε «έφτα­σα μό­λις, έλα!» κι εγώ προ­σέ­τρε­χα αμέ­σως, για­τί όσο μ᾽ αγα­πού­σε εκεί­νος, άλ­λο τό­σο κι εγώ τον αγα­πού­σα.
Η αστι­κή αυ­τή κα­τοι­κία, πλάι στη δι­κή μας μί­ζε­ρη αυ­λή, ήταν για μέ­να ένας κό­σμος μα­γι­κός, βγαλ­μέ­νος κα­τευ­θεί­αν από τα πα­ρα­μύ­θια. Και τι δεν υπήρ­χε εκεί μέ­σα: δρύ­ι­να βερ­νι­κω­μέ­να πα­τώ­μα­τα, πα­χιά χα­λιά, που κά­να­νε το βά­δι­σμα αθό­ρυ­βο σαν της γά­τας, βι­βλιο­θή­κες από τοί­χο σε τοί­χο, πί­να­κες ζω­γρα­φι­κοί με υπέ­ρο­χα το­πία από κά­ποιους άλ­λους κό­σμους, εβέ­νι­νοι μπου­φέ­δες με απα­στρά­πτο­ντα αση­μι­κά μες στις βι­τρί­νες τους, τρα­πέ­ζια και κα­ρέ­κλες με κε­ντη­τά λι­νά κα­λύμ­μα­τα, ένα πε­ρί­ερ­γο σκεύ­ος, με­γά­λο σαν ει­κο­νο­στά­σι, που το λέ­γαν σα­μο­βά­ρι κι έβγα­ζε, από ένα μι­κρό βρυ­σά­κι, τσάι αρω­μα­τι­κό, κού­πες τσα­γιού από διά­φα­νη κι­νέ­ζι­κη πορ­σε­λά­νη, μια τε­ρά­στια, σαν μι­κρός ελέ­φα­ντας, μα­ντε­μέ­νια σό­μπα, επι­χρι­σμέ­νη με πρά­σι­νο σμάλ­το, ένα ρα­διό­φω­νο, κα­πλα­ντι­σμέ­νο με κα­ρυ­διά, απ᾽ όπου έρ­ρεε, σχε­δόν αδιά­κο­πα, μια μου­σι­κή που τή­νε λέ­γαν κλα­σι­κή, και πα­ντού, από το μπά­νιο ως το πιο μι­κρό δω­μά­τιο, το άρω­μα λε­βά­ντας απ᾽ την κο­λό­νια του νο­νού μου.
Σε μια γω­νιά του με­γά­λου σα­λο­νιού (υπήρ­χε και μι­κρό­τε­ρο για τις σύ­ντο­μες ή αδιά­φο­ρες επι­σκέ­ψεις) στε­κό­ταν, πά­νω σε βά­θρο ξύ­λι­νο με τέ­χνη σκα­λι­σμέ­νο, έν᾽ αδεια­νό κλου­βί τό­σο όμορ­φα φτιαγ­μέ­νο, που επι­θυ­μού­σες να μι­κρύ­νεις, σαν κα­να­ρί­νι ελά­χι­στος να γί­νεις, μό­νο και μό­νο για να κα­τοι­κή­σεις μέ­σα του. Αρ­γό­τε­ρα, πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, φω­το­γρα­φί­ες όταν πρω­το­εί­δα του Τατζ Μα­χάλ, κα­τά­λα­βα πως ήτα­νε πι­στό συρ­μά­τι­νο αντί­γρα­φο αυ­τού του διά­ση­μου τε­μέ­νους. Τό­τε, ωστό­σο, το μό­νο που παί­δευε την παι­δι­κή μου σκέ­ψη ήταν για­τί ένα τό­σο όμορ­φο κλου­βί έμε­νε άδειο. Ρώ­τη­σα λοι­πόν, μια μέ­ρα, τον νο­νό μου: «Για­τί δεν έχει το κλου­βί μέ­σα που­λί;».
«Έχει και πα­ρα­έ­χει, μό­νο που δεν το βλέ­πεις», μου απο­κρί­θη­κε.
«Και πώς το λέ­νε;» επέ­μει­να εγώ.
«Το λέ­νε Απου­σία», μου εί­πε.
«Και για­τί δεν κε­λαη­δά;»
«Για­τί η απου­σία εκτός από αό­ρα­τη εί­ναι και βου­βή· φω­νή δεν έχει».
Αν και χα­μο­γε­λού­σε, λέ­γο­ντάς μου αυ­τά τα λό­για, τα μά­τια του δεν συμ­με­τεί­χαν στο χα­μό­γε­λο· υπήρ­χε κά­τι σκο­τει­νό μέ­σα τους, που μ᾽ έκα­νε να σω­πά­σω, μο­λο­νό­τι εί­χα ακό­μη πολ­λές απο­ρί­ες σχε­τι­κά μ᾽ αυ­τό το πε­ρί­ερ­γο που­λί.
Λί­γο με­τά τη συ­μπλή­ρω­ση των δε­κα­τεσ­σά­ρων μου χρό­νων και πριν προ­λά­βω να του δεί­ξω τα ποι­ή­μα­τα που εί­χα αρ­χί­σει να γρά­φω, ο νο­νός μου πέ­θα­νε. Ήταν ο πρώ­τος μου νε­κρός, κι ήταν η πρώ­τη φο­ρά που ένιω­θα την καρ­διά μου σαν συρ­μά­τι­νο Τατζ Μα­χάλ, κα­τοι­κη­μέ­νη απ᾽ το αό­ρα­το βου­βό που­λί, την Απου­σία.
Πέ­ρα­σαν χρό­νια πολ­λά από τό­τε, με­γά­λω­σα, ωρί­μα­σα, σί­τε­ψα· πλή­θος πλέ­ον τα σβη­σμέ­να κε­ριά, πλή­θος οι αγα­πη­μέ­νοι μου νε­κροί… Και μια μέ­ρα, πε­ρι­πλα­νώ­με­νος μέ­σα στον ζω­ο­λο­γι­κό κή­πο της Αμ­βέρ­σας, βρέ­θη­κα, κά­ποια στιγ­μή, μπρο­στά σ᾽ ένα τε­ρά­στιο, σι­δε­ρό­φρα­κτο, άδειο κλου­βί με μια πι­να­κί­δα στη βά­ση του, που έγρα­φε στα γαλ­λι­κά και στα φλα­μαν­δι­κά: ABSENCE–AFWEZIGHEID.
Ίσως να ήταν κά­ποιο βέλ­γι­κο αστείο ή, πά­λι, μπο­ρεί ο επι­γρα­φο­ποιός να ᾽θε­λε να δη­λώ­σει απλώς, με τρό­πο βέ­βαια κά­πως πα­ρά­δο­ξο, ότι το ζώο, που όφει­λε να εί­ν᾽ εκεί, απου­σί­α­ζε. Εγώ ωστό­σο τα­ρά­χτη­κα. Εί­δα, ξαφ­νι­κά, να επα­λη­θεύ­ε­ται αυ­τό που από και­ρό υπο­πτευό­μουν· ότι η Απου­σία δεν εί­ναι που­λί αλ­λά θη­ρίο ανή­με­ρο που, σιω­πη­λό και άφα­ντο, τρώ­ει τα σω­θι­κά μας, ώσπου να γί­νου­με κε­νά τε­μέ­νη, μαυ­σω­λεία θα­μπών ανα­μνή­σε­ων.

Επι­μύ­θιο: Η Απου­σία εί­ναι το μο­να­δι­κό θη­ρίο που ο άν­θρω­πος όχι μο­νά­χα δεν κα­τά­φε­ρε πο­τέ να εξη­με­ρώ­σει, αλ­λ᾽ ού­τε να συλ­λά­βει καν. Βέ­βαια, πά­ντα ελ­πί­ζει ότι θα τα κα­τα­φέ­ρει, γι᾽ αυ­τό και σ᾽ όλους τους ζω­ο­λο­γι­κούς κή­πους υπάρ­χει έν᾽ αδεια­νό κλου­βί γι᾽ αυ­τήν.


https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simiomatario-sotiropoulou

https://pixabay.com/el

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Μαρία Σωτηροπούλου

Σωτηροπούλου Μαρία. Γεννημένη φθινόπωρο αλλά η καρδιά μου ανήκει στο καλοκαίρι. Μπορώ να στερηθώ τα απαραίτητα αλλά όχι τα ποιήματα. Κι ηθοποιός δεν σημαίνει φως. Σημαίνει μεγεθυντικός φακός στο σκοτάδι. Στον ελεύθερο χρόνο μου, εμπορεύομαι μήλα για τον επιούσιο

Αφήστε ένα σχόλιο