«Χριστούγεννα στου Ψυρρή»,της Μάνιας Φερτάκη
Η γιαγιά Ευθαλία, πάνε τρεις μέρες τώρα, που δεν λέει να ησυχάσει. Έχει καλέσει για τα Χριστούγεννα το μεσημέρι, τα παιδιά και τα εγγόνια της να φάνε όλοι μαζί όπως παλιά.
Είναι χρόνια πολλά που δεν μαζευόταν πια η οικογένεια γύρω από το γιορτινό τραπέζι. Μέσα σε αυτά είχαν γίνει συγκλονιστικές αλλαγές. Πάνω που πήγαινε να προσαρμοστεί η Ευθαλία σε μια νέα κατάσταση, χτυπούσε η επόμενη αλλαγή κι εκείνη άρχιζε τις προσπάθειες από την αρχή.
Πρώτα αρρώστησε ο άντρας της ο Φανούρης, γνωστός κι αγαπητός παπλωματάς στην Αγίας Θέκλας. Τα πνευμόνια του δεν γέμιζαν από αρκετόν αέρα. Πνιγόταν. Άντεξε έξη μήνες κι ύστερα τους άφησε.
Ο γιος, τότε, είχε μόλις τελειώσει το Λύκειο κι η κόρη ήταν ακόμη μαθήτρια. Η Ευθαλία νοίκιασε το εργαστήρι του Φανούρη σ έναν ζαχαροπλάστη και κράτησε το σπίτι μόνο κι ένα μικρό κηπάκι στο πίσω μέρος.
Ο Χαράλαμπος, ο γιος της, μετά τη Νομική έφυγε για την Γαλλία όπου κι εγκαταστάθηκε. Παντρεύτηκε Γαλλίδα, την Elodie κι έχουν ένα κοριτσάκι. Έρχονται όλο και πιο σπάνια στην Ελλάδα. Μένουν μια δυο μέρες το πολύ στο σπίτι στου Ψυρρή κι ύστερα φεύγουν για κάποιο νησί.
Η κόρη της Ευθαλίας, μετά το σχολείο έγινε μοντέλο, παντρεύτηκε έναν γιο εφοπλιστή, έχουν δυο παιδιά, μένουν στη Φιλοθέη, αλλά αποφεύγει να πηγαίνει στου Ψυρρή. Δεν έχει χρόνο, συμμετέχει σε φιλανθρωπικούς κύκλους, κι ύστερα το μικρό σπιτάκι στην Αγίας Θέκλας, την κάνει να νιώθει λίγο άβολα.
Η Ευθαλία έχει ετοιμάσει το χριστουγεννιάτικο τραπέζι όπως παλιά. Άσπρο κοφτό τραπεζομάντηλο, το παλιό σερβίτσιο της προίκας της και μερικά λουλούδια – λαντάνες – όσα βρήκε στο κηπάκι της.
Στο πρώτο κουδούνι της πόρτας, είναι ο γιος της ο Χαράλαμπος με την οικογένεια. ¨Όταν φτάνει και η Κρύσλα, Χρυσούλα την έλεγαν πριν παντρευτεί, με τον άντρα της, κάθονται όλοι στο τραπέζι.
-Γιατί δεν ήρθαν τα παιδιά, Χρυσούλα, απορεί η γιαγιά Ευθαλία. Τα έχω πεθυμήσει.
-Μαμά, και ο Ρωμανός και ο Μάξιμος, σού στέλνουν φιλάκια. Δεν μπόρεσαν να έρθουν, γιατί είναι καλεσμένοι σε κάποιον συμμαθητή τους από το Κολλέγιο.
Η γιαγιά Ευθαλία φέρνει το ψητό αρνάκι, τα τυροπιτάκια, την χωριάτικη. Το κρασί από την Κρήτη, έψαξε για να το βρει. Τα καινούργια μπαρ και τα καφέ έχουν στριμώξει τον Μανούσο σ ένα ημιυπόγειο. Αυτός όμως επιμένει σε πείσμα όλων να πουλάει το κρητικό ανόθευτο κρασί του και το τσίπουρο <που νεκρούς ανασταίνει>, όπως συνηθίζει να λέει.
Κάποια στιγμή, ο Χαράλαμπος ξεροβήχει αμήχανα.
-Μαμά, η γειτονιά μας έχει αλλάξει πολύ. Μήπως θα πρέπει να σκεφτείς να πουλήσεις το σπίτι; Θα είναι μία άριστη επένδυση.
Ευτυχώς για την Ευθαλία, η Γαλλίδα σύζυγος έρχεται άθελά της, σαν από μηχανής θεός.
-C est delicieux! Αναφωνεί η Elodie μπροστά στο πιάτο με το αρνάκι.
-Δοκίμασε κι εσύ, Ευθαλία! Απευθύνεται η γιαγιά στην εγγονή της.
-De quoi, ρωτάει η μικρή.
Κι ο πατέρας της αναλαμβάνει να τής το εξηγήσει στα γαλλικά.
Η Ευθαλία νιώθει να φουντώνει.
-Και καλά, Χαράλαμπε, δώσατε το όνομά μου στην κόρη σας! Όμως εμένα με λένε
Ευθαλία, ενώ εσείς φωνάζετε την κόρη σας Eliane ή κάτι τέτοιο.! Και συνεχίζει ακάθεκτη.
-Ούτε το δικό σου όνομα δεν κατάφερες να κρατήσεις! Ακούω την γυναίκα σου να σε φωνάζει Lambos!
-Κι εσύ, Χρυσούλα, ποιος είχε την ιδέα να ονομάσετε τα παιδιά σας Μάξιμο και Ρωμανό; Έκανα δέκα δοκιμές για να μάθω να τα φωνάζω. Κι ακόμα, μερικές φορές, φοβάμαι μην κάνω λάθος. Κι ο παππούς Φανούρης, δεν υπάρχει πουθενά. Πώς το σκεφτήκατε έτσι;
Ο γιος του εφοπλιστή σηκώνει το ποτήρι, μήπως κι εκτονωθεί η σύρραξη.
-Στην υγειά σας, μητέρα! Τσουγκρίζει με την Ευθαλία και το βλέμμα του στάζει συγκατάβαση.
Μετά το τελευταίο μελομακάρονο, σηκώνονται όλοι να χαιρετήσουν.
-Ευχαριστούμε, merci, και του χρόνου.
Αργά το απόγευμα, η Ευθαλία βγαίνει μόνη στον δρόμο. Έχει ανάγκη να πάρει αέρα. Περπατάει προς την πλατεία Ηρώων. Δεν ξέρει να διαβάσει τις περισσότερες ξενόγλωσσες επιγραφές. Από παντού ακούγονται δυνατές μουσικές.
Κάθεται σε ένα παγκάκι
-Eliane, Μάξιμος, Ρωμανός ψιθυρίζει. Πρέπει οπωσδήποτε να μάθω να λέω σωστά τα ονόματά τους.
Λίγα λόγια για τη Μάνια Φερτάκη

Γεννήθηκα στην Αθήνα. Πήρα το πτυχίο Αρχαιολογίας και Ιστορίας στο
Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Στα χρόνια της νιότης μου, έζησα για ένα διάστημα στο Παρίσι. Από τα φοιτητικά μου χρόνια, γράφω ποιήματα και διηγήματα. Είχα την λογοτεχνική επιμέλεια σε τρεις τόμους , Αντόν Τσέχοφ, Νουβέλες και διηγήματα, σε μετάφραση Γιάννη Στυλιάτη, στις εκδόσεις Κέδρος. Τα Χριστούγεννα στου Ψυρρή, είναι το πρώτο από μια σειρά διηγημάτων, όπου μέσα από την ζωή των μελών μιας οικογένειας, περιγράφονται οι αλλαγές τόπου και ανθρώπων, μέσα στις τελευταίες δεκαετίες.
Φωτογραφία: Μάνια Φερτάκη
