Ένα παλιό τραγούδι κρέμεται στα δέντρα.
Παραφυλάω.
Πατάω σιγά.
Γυμνάζω τα νύχια μου.
Γδέρνοντας τις μέρες μου.
Πέφτω και σηκώνομαι.
Και γλύφω τον ήλιο αδέσποτο κι εφτάψυχο.
Εσύ κρατάς ένα κουβάρι.
Κι ένα πιατάκι ψίχουλα.
Μου έχεις έτοιμο ένα κάτασπρο χνουδωτό όνομα.
Φοβάμαι.
Κυνηγιόμαστε ως την ελευθερία;
‘Ετσι.
Χωρίς σκοπό.
Από ένστικτο.
Από ευλυγισία.
Από μέρες φωτεινές.
Και γρατζουνιές.
Μη μου λες τίποτα για την καλοσύνη των περαστικών.
Θες να μοιραστούμε ένα απόγευμα;
Ένα παγκάκι;
Μη μου λες τίποτα για ήσυχα σούρουπα στο χαλάκι της εισόδου.
Κυνηγιόμαστε ως το τέλος;
Ως το πρώτο ξύλινο γραμματοκιβώτιο.
Ως τον τελευταίο ανεμόμυλο.
Ως την ενδιάμεση θέα του γκρεμού
