You are currently viewing Η έννοια της θνητότητας και του εγκλεισμού στα «Τείχη» του Καβάφη και στον «Τοίχο» του Σαρτρ

Η έννοια της θνητότητας και του εγκλεισμού στα «Τείχη» του Καβάφη και στον «Τοίχο» του Σαρτρ

Υπάρχουν στιγμές στη λογοτεχνία όπου ο χώρος παύει να είναι απλώς σκηνικό και μετατρέπεται σε υπαρξιακή συνθήκη. Ο τοίχος και τα τείχη δεν λειτουργούν τότε ως αρχιτεκτονικές κατασκευές αλλά ως όρια του είναι· ως γραμμές πέρα από τις οποίες η ανθρώπινη συνείδηση δεν μπορεί να κινηθεί χωρίς να συντριβεί. Στον Τοίχο του Ζαν-Πολ Σαρτρ και στα Τείχη του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, ο εγκλεισμός δεν επιβάλλεται απλώς· βιώνεται, συνειδητοποιείται και τελικά μετασχηματίζεται σε γνώση επώδυνη, αμετάκλητη. Πρόκειται για δύο κείμενα διαφορετικού λογοτεχνικού ύφους και πολιτισμικών συμφραζομένων, που όμως συναντώνται στο ίδιο υπαρξιακό σημείο: εκεί όπου η θνητότητα αποκαλύπτει το αληθινό πρόσωπο της τραγικότητας του ανθρώπου και εντέλει συμφύεται με την περατότητα της φύσης του.

Στον θεατρικό έργο Ο Τοίχος (1939), ο Σαρτρ τοποθετεί τον άνθρωπο κυριολεκτικά μπροστά στο τέλος του. Ο Πάμπλο Ιμπιέτα, έγκλειστος σε ένα κελί λίγες ώρες πριν από την εκτέλεσή του, δεν αντιμετωπίζει τον φόβο του θανάτου, αλλά την κατάρρευση κάθε νοήματος που μέχρι τότε συγκροτούσε την ταυτότητά του. Ο τοίχος μπροστά στον οποίο θα εκτελεστεί δεν είναι μόνο το μέσο του θανάτου του· είναι το υλικό σύνορο ανάμεσα στην ύπαρξη και το μηδέν, ανάμεσα στη βεβαιότητα του «είμαι» και στην απόλυτη αμφιβολία του «δεν θα είμαι» (Σαρτρ, 2008). Η θνητότητα εδώ δεν λειτουργεί μεταφυσικά ή λυτρωτικά· λειτουργεί απογυμνωτικά. Ό,τι θεωρούνταν αξία, ιδέα ή ιδεολογία αποσυντίθεται μπροστά στην ωμή παρουσία του τέλους.

Η ειρωνεία, ωστόσο, κορυφώνει το υπαρξιακό δράμα. Η σωτηρία του Πάμπλο δεν έρχεται ως επιβεβαίωση της ελευθερίας του, αλλά ως τυχαίο αποτέλεσμα ενός ψεύδους που συμπίπτει με την πραγματικότητα. Η ζωή συνεχίζεται όχι επειδή το άξιζε ή το επέλεξε ουσιαστικά, αλλά επειδή το παράλογο παρενέβη. Στην ελληνική πρόσληψη του Σαρτρ, το σημείο αυτό έχει τονιστεί επανειλημμένα ως καίριο: η ελευθερία του ανθρώπου δεν εγγυάται νόημα, ούτε δικαιοσύνη· εγγυάται μόνο την ευθύνη της επιλογής (Βεργέτης, 2011). Ο τοίχος, λοιπόν, δεν γκρεμίζεται. Απλώς μετατίθεται εσωτερικά, ως μόνιμη επίγνωση της τυχαιότητας της ύπαρξης.

Στα Τείχη (1896), ο Καβάφης δεν χρειάζεται εκτελεστικό απόσπασμα ούτε ιστορική βία. Ο εγκλεισμός συντελείται αθόρυβα, σχεδόν ανεπαίσθητα. Τα τείχη «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ» υψώνονται γύρω από το ποιητικό υποκείμενο, όχι ως πράξη άλλων αλλά ως αποτέλεσμα μιας ζωής που δεν αντέδρασε, δεν μίλησε, δεν διεκδίκησε (Καβάφης, 1997). Η θνητότητα εδώ δεν εμφανίζεται ως άμεση απειλή· υπονοείται ως χαμένη ζωή, ως χρόνος που παρήλθε ανεπιστρεπτί.

Σε αντίθεση με τον Σαρτρ, ο Καβάφης δεν τοποθετεί τον άνθρωπο μπροστά στον θάνατο, αλλά μετά από αυτόν – μετά τον συμβολικό θάνατο των δυνατοτήτων του. Τα τείχη δεν σκοτώνουν το σώμα, αλλά περικλείουν την ύπαρξη σε μια κατάσταση εσωτερικής ακινησίας. Όταν ο ομιλητής αντιλαμβάνεται τον εγκλεισμό του, είναι ήδη αργά. Η συνείδηση δεν οδηγεί στη λύτρωση, αλλά στη διαύγεια της απώλειας. Όπως έχει επισημανθεί στη νεοελληνική φιλολογική κριτική, τα Τείχη αποτελούν κατεξοχήν ποίημα αυτογνωσίας μέσω της ματαίωσης, όπου η ευθύνη δεν μετατίθεται σε εξωτερικούς μηχανισμούς αλλά επιστρέφει στο ίδιο το υποκείμενο (Δημαράς, 2000).

Η συγκριτική ανάγνωση των δύο κειμένων αποκαλύπτει μια ουσιώδη διαφοροποίηση στον τρόπο με τον οποίο νοείται ο εγκλεισμός. Στον Σαρτρ, ο τοίχος είναι παρών, ορατός, απειλητικός· η θνητότητα είναι άμεση και αναπόφευκτη. Στον Καβάφη, τα τείχη είναι αόρατα κατά τη στιγμή της ανέγερσής τους· η θνητότητα λειτουργεί υπόγεια, ως φθορά του βιωμένου χρόνου. Κι όμως, το αποτέλεσμα είναι συγγενές: και στις δύο περιπτώσεις, ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τα όρια της ελευθερίας του. Είτε ως κρατούμενος λίγα βήματα πριν τον θάνατο είτε ως πολίτης μιας ζωής που δεν έζησε, το υποκείμενο ανακαλύπτει ότι ο εγκλεισμός δεν αναιρείται με τη σκέψη· μόνο αναγνωρίζεται.

Ίσως, τελικά, ο πιο σκληρός τοίχος και το πιο αδιαπέραστο τείχος να είναι η ίδια η συνείδηση όταν αφυπνίζεται αργά. Ο Σαρτρ και ο Καβάφης, ο καθένας με τη δική του γλώσσα, μας υπενθυμίζουν ότι η θνητότητα δεν είναι μόνο ζήτημα βιολογικού τέλους, αλλά και τρόπος ύπαρξης. Ζούμε εντός ορίων που άλλοτε μας επιβάλλονται βίαια και άλλοτε τα οικοδομούμε μόνοι μας. Και η λογοτεχνία, όταν είναι αληθινή, δεν μας δείχνει πώς να τα γκρεμίσουμε, αλλά πώς να τα αναγνωρίσουμε.


Βιβλιογραφία

Καβάφης, Κ.Π. (1997). Ποιήματα 1897–1933. Αθήνα: Ίκαρος.

Δημαράς, Κ.Θ. (2000). Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Ίκαρος.

Σαρτρ, Ζ.-Π. (2008). Ο Τοίχος (μτφρ. Κ. Παπαγιώργης). Αθήνα: Καστανιώτης.

Βεργέτης, Α. (2011). «Ο υπαρξισμός του Σαρτρ και το πρόβλημα της ελευθερίας». Ανοικτά πανεπιστημιακά μαθήματα Φιλοσοφίας, ΕΚΠΑ.

Υπουργείο Παιδείας (2019). Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας – Λυκείου. Αθήνα: ΙΤΥΕ «Διόφαντος».


https://simiomatario.gr/category/zoi-texni-life-art/logotexnia/to-simiomatrio-tou-sotiri-nousia

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Σωτήρης Νούσιας

Ο Σωτήρης Νούσιας (Αθήνα, 1984) μεγάλωσε και ζει στην Πρέβεζα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Επαγγελματικά έχει ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία και έχει γράψει στίχους που έχουν μελοποιηθεί. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ζωή χωρίς όνομα, εκδ. Φυλάτος, 2016, Μακριά απ’ την Ιθάκη, Πρέβεζα 2018,Ερωτικά Ποιήματα, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2020, και «Λαιμητόμος στον ουρανό», ΑΩ Εκδόσεις, 2023. Ποιήματα του εχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά «Μανδραγόρας», «Θράκα», «Ποιείν», «Fractal» και «Culturebook.gr». Στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού «Μανδραγόρας» φιλοξενούνται επίσης κριτικά του σημειώματα για λογοτεχνικά έργα. Συμμετείχε στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Δημήτρης Βικέλας» (Βέροια, 2018) και απέσπασε τον 2ο Έπαινο.

Αφήστε ένα σχόλιο