You are currently viewing Η οιμωγή της μνήμης, στο ΣημειΩματάριο του Γιώργου Αλεξανδρή

ΜΟΥΣΑ ΜΙΚΡΗ
Πέταξες μ’ ένα ηχηρό φτεροκόπημα
βιαστικό πουλί της ζωής.
Τάραξες τη σιγαλιά
με μια απρόσμενη κραυγή
και χάραξες στην αμέριμνη σιωπή
μια διάπλατη ρωγμή.
Το καλοκαίρι έγερνε κουρασμένο
στον τελειωμό του
κι εγώ χρύσωνα του ερχομού σου τ’ όνειρο
στην απαντοχή,
με κείνα τα νοσταλγικά πρωινά
και τις βαμμένες δύσες.

Το γέλιο σου πλατύς ουρανός,
σφυγμός και χτύπος της καρδιάς
και τα μάτια σου,
δρόμος μακρύς ανοιχτός
σχισμή στον κλειστό φεγγίτη της προσμονής
για τη χαρά της νιότης.

Άναρχο μεθυστικό ξάφνιασμα
η πεθυμιά του νου
και της ψυχής η λαχτάρα,
καθώς γονάτισα ικέτης στο βωμό σου,
προσευχή ν’ αναπέμψω
και ζωή να σε λατρέψω. Μούσα μικρή,
κόρη του φεγγαριού και γιορτή της νύχτας,
γείρε λιανό κλαδί
στ’ ανέμου την ανάσα,
τραγούδι στα φύλλα ν’ ακουστεί
ο πόθος και το χάδι.

Μούσα μικρή,
κόρη της ανατολής και του μεσημεριού φωτιά,
φτερούγισε περιστέρι
στου ορίζοντα τη φυγή.
Σημάδι γίνε και φωτεινή γραμμή,
ίσαμε κει που στάθηκε το αστέρι.


ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ
Είν’ εύκολο ν’ αφουγκραστείς
ως οιμωγή τη μέρα .
Παραιτείσαι κι απουσιάζεις.
Κι ακόμα ευκολότερο
να την εκχωρήσεις ως συνήθεια.
Περιθωριοποιείσαι και ανακουφίζεσαι.
Δε θα σε βαραίνει η συμμόρφωση
σε μια επαναλαμβανόμενη,
βέβαιη και σώφρονα καθημερινότητα.
Δε χρειάζεται ν’ ανακαλύπτεις.
Έτσι κι αλλιώς ανέχεσαι.
Κι αντέχεις!
Πού κουράγιο για διαμαρτυρία!
Τα όρια του καθωσπρεπισμού
είναι πιο κοντά απ’ ότι φαντάζεσαι.
Θεσμική συμπεριφορά.
Το δύσκολο είναι να επινοείς
αυτό που θες ν’ ανακαλύψεις,
‑καθολικός αυτοπροσδιορισμός‑,
κι ακόμα δυσκολότερο να δημιουργείς
πέρ’ απ’ την ταυτότητα των δυνάμεών σου
και την υστεροβουλία της ελευθερίας σου.
Ενάλια οδός
η δοκιμασία της επιλογής.
Αμφίδρομη, αμφίσημη.
Το κενό της ζωής
και η πληρότητα του θανάτου.
Από την έκσταση του πόθου
στο δημιουργικό πάθος
και την επιβεβαίωση της αβεβαιότητας.
Ενάλια οδός
η σωστή ώρα της απόφασης.
Μονοσήμαντη.
Απ’ την παραδοχή του σεβασμού
στην αμφισβήτηση της αξιοπρέπειας.
Απ’ τις αναστολές και τις ενοχές
στον αδυσώπητα επώδυνο συμβιβασμό.
Η οντότητα και η αυθυπαρξία
ως αρμονία της κραυγής και της σιωπής
μέσ’ απ’ την αναζήτηση και την προβολή
της απόλυτης ταύτισης.
Κι είναι η ταύτιση αυτή,
προσωπική ελευθερία και ολοκλήρωση.
Η υπέρβαση και ο συμβιβασμός.


ΠΟΛΗ
Ράθυμη πόλη,
πόλη αλαζονική,
πόσο μικρή και άχρωμη
στους πλατιούς και πολύβοους δρόμους,
πόσο στενάχωρη και θλιβερή
στο φτιασίδωμα και την ξιπασιά
της στολισμένης βιτρίνας.
Αναστενάρισσα πόλη,
πόλη αυτάρεσκη
χωρίς ταυτότητα και ψυχή,
γέρνεις καλάμι στο πρωί
την ώρα που ένα αβέβαιο χέρι
σε δαχτυλοδείχνει κι αμφισβητεί
την πλαστική σου καθημερινότητα,
την ώρα που φυλακίζεσαι
πίσω απ’ το σίγουρο ήχο της κλειδαριάς,
από εικόνες που τρέχουν,
από φόβους που παραστέκουν
ως υποψία αντίστασης.
Φοβάμαι πως σου μοιάζω!
Και σφίγγεται η ψυχή μου
στην απουσία των ελπίδων
στο κενό των ονείρων
και την άτιτλη προσδοκία.
Ανέραστη πόλη,
πόλη χλωμή,
φοβάμαι κείνες τις ώρες
που όταν προσεύχονται οι κορφές των δένδρων
στη σιωπή του ουρανού
βγαίνουν σε πλειστηριασμό
άδεια και ξέπνοα κορμιά,
κείνες τις ώρες που λόγια κι αισθήσεις
παραδίνονται μ’ εκπτώσεις κι εκποιήσεις.
Αγύρτισσα πόλη,
τσιγγάνα ανέμελη στη βροχή,
στου στενοσόκακου τη γιορτή
αναπνέεις ζωή
και τρέχω κοντά σου μικρό παιδί.
Σφιγμένο το χέρι,
το βλέμμα βαθύ,
απ΄ την ίδια γραφή κι οι δυο,
στη γη τεντωμένοι.
Ανιστόρητη πόλη,
πόλη μαγική!

ΟΝΕΙΡΟ
Χόρεψες νύμφη στην αυγή,
λίγο πιο πάνω από τη γη.

Τα μάτια σου, βαθύσκιωτα υγρά,
πλημμύρα τα ξέπλεκα μαλλιά.
Το γέλιο σου, σπάταλο λευκό,
χαμήλωνε τον ουρανό.

Καθάριο στη βρύση το νερό,
άκουγε η γη μουρμουρητό.

Έσκυβες και έπαιρνες δροσιά,
γεμάτες οι χούφτες σου αντηλιά.
Άπλωνες και μου ’δινες να πιω,
ανάσα, ζωή απ’ τον καιρό.

Στρωμένο κρεβάτι νυφικό,
σε κάμπο πράσινο ανοιχτό.

Κόκκινο κρασί μες στο κανάτι,
μεθύσι η κάθε μας γουλιά.
Άνοιγες τα χέρια σου φτερά,
για να χωρέσει η αγάπη.

Και πέρα εκεί στην απλωσιά,
έπαιζαν τ’ ανέμου τα παιδιά.

Κατέβηκαν στην ακροποταμιά
κι άλλαζαν τα σύννεφα φιλιά.
Πώς έγινε και πήραν τη μορφή σου,
κι έτρεξα κι εγώ για το φιλί σου;


ΑΦΕΝΤΡΑ

Έριχνε ανθούς η άνοιξη κι εκείνη τα μαλλιά της
κι έβρισκε ο ήλιος χρώματα και τα παιδιά πλεξούδες,
υφάδι να πλέξουν της ζωής, με φως να το κεντήσουν.

Η μέρα λίχνιζε καημούς και άδειαζε η ψυχή του,
στερεύαν τα χείλη από φωνή και το κορμί ριγούσε,
καθώς τον έρωτα σεργιάνιζε πίσω απ’ το παράθυρό του.

Μάζεψε αντηλιές μεσημεριού και ξόρκια από τη νύχτα,
σφύριξε μια του δισταγμού και δυο της πεθυμιάς του
και βγήκε στο καρτέρεμα και στην απαντοχή του.

Αφέντρα την αποκάλεσε, Κυρά την προσκαλούσε,
να διαφεντέψει της καρδιάς, να βουληθεί να σμίξει,
χέρια που κράταγαν χαρά, λόγια που σπέρναν γέλιο.

Ένιωσε αυτή, του νου το λόγιασμα να χάνεται ξωπίσω,
από λαχτάρες κι όνειρα, σ’ αγλύκαντες να σκύβει προσμονές
και μες στη μνήμη της να κουβαλά, εικόνες που θα ζούσε.

Και έσφιξαν στα χέρια τους χρόνους μικρούς και ξέθωρους καιρούς.
Δυο βλέμματα πήγαιναν μπροστά οι αναμνήσεις απ’ τον πόθο,
να μαρτυρούνε στ’ αδιέξοδο και να σιωπούν στο δίκιο.

https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/to-simiomatario-toy-giorgoy-alexnadri

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Plitvica_in_Autumn_1359.JPG

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Γιώργος Αλεξανδρής

Ο Γιώργος Αλεξανδρής γεννήθηκε στο Πετρωτό Τρικάλων όπου και έζησε τα παιδικά του χρόνια. Τελείωσε το Γυμνάσιο Φαρκαδόνας και σπούδασε στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων και σήμερα είναι συνταξιούχος Δάσκαλος και μένει στα Τρίκαλα. Ασχολείται με την ποίηση και την αρθρογραφία. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά και διατηρεί το ποιητικό ιστολόγιο: www.alexandris23.net Από τις εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ κυκλοφόρησαν σε ένα βιβλίο δυο ποιητικές του συλλογές: ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ -Ω και ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΕΙΣ.

Αφήστε ένα σχόλιο