You are currently viewing Ο Νοέμβριος έχει Μι, στο ΣημειΩματάριο της Μαρίας Σωτηροπούλου

Ο Νοέμβριος έχει Μι

Είναι η εποχή που ανεβοκατεβάζω υφάσματα.
Μέσα σ’ όλα έξω οι ραφές και παραπλεύρως η προέλευση.
Ψηλά ψηλά με έχει κρεμάσει μια ανάμνηση μυρωδιάς φθαρμένου τσιγάρου.
Κλαις;
Με ρωτάει λίγος καπνός που του έχω ξεχαστεί σε μία μέσα τσέπη μου.
Όχι.
Στο πάτωμα φορεμένα καλοκαίρια.
Τι ιδέα να με πιάσεις από τα μαλλιά τέλος του Αυγούστου.
Τον κρατάω αναποφάσιστο μέχρι να σου βρω κρεμάστρα.
Παραλίγο.
Κλαις;
Με ρωτάει ένα άδειο μπουκαλάκι καρό Κυριακής.
Όχι.
Στο πάτωμα ανθεκτικές πλέξεις φωτός που με έσωζε από το παράθυρο.
Να μας κρεμάσω κατά χρώμα;
Τι να κάνω;
Και βάζω στην άκρη το λευκό.
Μας τακτοποιώ κατά χώμα και αστράφτει.
Ένα κασκόλ.
Αυτό μου φέρνει γέλια.
Έτσι σοβαρά σοβαρά.
Έχει ζεστάνει λέξεις.
Θορυβώδεις.
Τονισμένες.
Παράτονες.
Οξύτονες.
Κι επείγουσες.
Αυτό πάει στα αφόρητα.
Στα προσεχώς.
Στα χειμωνιάτικα.
Κι εκεί κάνει κρύο.
Γιατί ο τι φτάνει μέχρι το λαιμό είναι οξείας καύσης.
Και παφ.
Αμβλύνεται
Λύνεται.
Και σφίγγει.
Γάντια δύο.
Χάνω το ένα.
Και μου πάει γάντι.
Με γειά.
Κάτι είναι κι αυτό.
Στην ουσία.
Και το βάζω πίσω
Μου.
Και ξαφνικά
Δεν βρίσκω το βασικό μαύρο φόρεμα.
Α ναι.
Ποτέ δεν είχα.
Μου έρχεται η όρεξη να βγω.
Να αγοράσω ένα βαρύ απόγευμα.
Με λίγο τζάκι στον ουρανό.
Λίγη τριμμένη σοκολάτα στο στόμα μου.
Ζεστό.
Να το κρατάω στα χέρια μου.
Και να περπατάω στην άκρη του κήπου.
Λίγο μετά έχει κάτι σιδερένια φρεάτια.
Εκεί έχει χάσει κόσμος και κοσμάκης τις ανακατατάξεις του.
Ή τις έχει ανακαλύψει.
Που είναι η ζακέτα μου;
Α ναι.
Αυτή την κρατάω εύκαιρη.
Παλιά τη δάγκωνα.
Έτσι είναι δική μου.
Με λίγη τριμμένη σοκολάτα.
Και να περάσω μυρωδιές από Μπριάμ και σφολιάτα μήλου.
Δαγκωμένου.
Ήχους φύλλων που τυλίγονται σε διδακτικά εξώφυλλα αχρείαστων μαθημάτων.
Γεω-μετρία.
Προχωρημένα μαθηματικά.
Εγώ αν είχα μάθει το μηδέν, θα σταματούσα.
Τι παραπάνω να μάθει κανείς.
Να χασομεράω
Και να αρχίσει βροχή.
Που είναι η ομπρέλα.
Γαμώ το.
Που έχω βάλει την ομπρέλα;.
Α ναι.
Στην άμμο.
Τι παράλογη ιδέα να σε προστατεύεις από το αναμενόμενο.
Το αναπόφευκτο.
Το τοπικό.
Το ηπειρωτικό.
Στην άμμο που πιάνει και τόπο.
Ηλίου.
Φθηνότερο.
Δεν πειράζει.
Νερό είμαστε.
Στο νερό επιστρέφουμε.
Θα το ρισκάρω.
Χωρίς.
Πάει κι αυτό.
Άλλο.
Τι άλλο πρέπει να..
Κλαις;
Όχι.
Και κλείνω την πόρτα.
Ήταν.
Ήταν Κυριακή.
Ήταν Κυριακή και.
Ήταν Κυριακή και πήγα.
Ήταν Κυριακή και πήγα.
Μία.
Ήταν Κυριακή και πήγα μία βόλτα.
Μία.
Σταγόνα.
Μία σταγόνα και.
Μία σταγόνα και ένα.
Μία σταγόνα και ένα δέντρο.
Μία.
Γυναίκα.
Μία γυναίκα είχε.
Μία γυναίκα είχε ένα μαντήλι.
Θυμήθηκα κάτι που το είχα δει γραμμένο στη σιωπή.
Γύρισα.
Γύρισα σπίτι.
Όχι.
Μόνη μου.
Και τώρα βάζω τέλειες.
Και.
Και τώρα στις υποσημειώσεις.
Μου.
Και τώρα στις υποσημειώσεις μου βρέχει.
Και γύρισα σπίτι.
Αφού.
Μετά.
Ενώ.
Και μετά εγώ.
Και μετά εγώ είπα.
Και μετά εγώ είπα πιθανόν.
Με βεβαιότητα.
Μία.
Κι όταν έσκισα τη σελίδα.
Κι όταν έσκισα τη σελίδα έβρεχε.
Και μετά εγώ.
Και μετά αφού.
Και μετά πριν.
Αυτή ήμουν.
Και τώρα ακούω ένα μπλουζ βαλς.
Κι έβγαλα την κορδέλα μου.
Και φόρεσα.
Και φόρεσα εμένα.
Ανάποδα.
Και.
Από.
Τότε.
Έτσι.
Αλλιώς.
Ίδια.
Κι όποτε.
Όπως.
Σημειώσεις.
Χωρίς.
Πέτρα.
Μολύβι.
Γόμα.
Ψαλίδι.

Θα ανακάτευα τα πράγματα σου και θα θύμωνες.
Για λίγο.
Θα κοπάναγα την πόρτα πίσω μου
Και θα με έλεγες κακομαθημένο.
Και θα την άφηνες ανοιχτή.
Θα έβρισκα μία σοκολάτα στο μικρό τραπεζάκι.
Θα έσβηνα τον αριθμό σου από το τηλέφωνο μου
Αλλά δεν θα τον ξεχάσω ποτέ
Κι ένα μήνυμα σου θα μου άναβε όλα τα λαμπάκια.
Και θα άφηνα το ποτό στη μέση
Την παρέα στη μέση.
Συγγνώμη
Πρέπει να πάω.
Θα ήξερες ακριβώς πόση ζάχαρη να βάλεις στην Κυριακή μου και πόσο αλάτι στη θάλασσα μου.
Θα έβλεπα το όνομα μου να πετάει στο ταβάνι και μετά να πέφτει τσιγάρο μοιρασμένο στα δύο.
Θα φόραγα το άρωμα σου που μύριζε καπνό και κάτι σαν βανίλια τα πρωινά που παρακοιμόμουν κι άνοιγα τα μάτια μου κι είχα αργήσει στη δουλειά.
Γιατί.
Γιατί δε με ξύπνησες.
Σε κοιτούσα.
Και θα κράταγα με το ένα χέρι την τσάντα μου και στο άλλο το ραντεβού μας.
Στο ίδιο μέρος.
Την ίδια ώρα.
Πάντα.
Θα μου μιλούσες και θα γυρνούσα το κεφάλι μου από την άλλη.
Η μισή έτοιμη να βαλαντώσω κι η άλλη μισή έτοιμη να σκάσει στα γέλια .
Ο μισός έξαλλος κι ο μισός έλα τώρα, φτάνει.
Θα σου χτυπούσα ο, τι ώρα μου ερχότανε
Θα άκουγα τα βήματα σου.
Και μετά σα χείμαρρος θα στα έλεγα όλα
Μετά θα μου έλεγες έλα κάτσε.
Και θα έφτιαχνες τα μαξιλάρια, ακόμα λίγο μισοκοιμισμένος αλλά χωρίς ποτέ να ρωτάς τι ώρα είναι αυτή
Και που ήμουν
Και γιατί.
Θα συναντιόμασταν τυχαία πάνω από τους φακέλους με τους λογαριασμούς.
Και κανείς δε θα έφευγε
Ούτε θα μίλαγε.
Και μετά ξαφνικά κι οι δύο μαζί.
Κοίτα..
Άκου…
Πες.
Όχι.
Εσύ πες…
Θα πέφταμε ο ένας πάνω στον άλλον.
Τυχαία στον δρόμο
Εγώ θα κράταγα τσάντες με καινούργια φορέματα.
Θα ανασήκωνες τη στιγμή
Και θα έλεγες κάτι του στυλ
Πάλι;
Εσύ θα κράταγες κάτι που κανείς δεν θα μπορούσε να μαντέψει
Σα μάγος που δεν ξέρεις τι θα βγάλει το καπέλο του.
Και θα έλεγα κάτι του στυλ
Πάλι;
Θα σου έλεγα ότι δεν είναι καθόλου αστείο ο μόνος που θέλω να μιλήσω για όλα αυτά που πρέπει σύμφωνα με τις συνθήκες που ανατράπηκαν και πέθαναν να λέω πια ποτέ να είσαι εσύ
Κι εσύ να είσαι πια ό,τι ανατράπηκε
Και πέθανε.
Και ποτέ.
Και τότε πάλι σ’ ακούω μισοκοιμισμένο κι αγουροξυπνημένο να μου λες έλα κάτσε.
Και φτιάχνεις τα μαξιλάρια.
Να μην κρυώνει η πλάτη μου στον τοίχο.
Κι ειλικρινά μερικές φορές νομίζω ότι δεν έχω κάνει πιο μάταια μάταιη σκέψη.


https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simiomatario-sotiropoulou

https://www.facebook.com/profile.php?id=100079917665289

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Μαρία Σωτηροπούλου

Σωτηροπούλου Μαρία. Γεννημένη φθινόπωρο αλλά η καρδιά μου ανήκει στο καλοκαίρι. Μπορώ να στερηθώ τα απαραίτητα αλλά όχι τα ποιήματα. Κι ηθοποιός δεν σημαίνει φως. Σημαίνει μεγεθυντικός φακός στο σκοτάδι. Στον ελεύθερο χρόνο μου, εμπορεύομαι μήλα για τον επιούσιο

Αφήστε ένα σχόλιο