Οι μνήμες κατοικούν στο μέλλον, έξι ποιήματα στο ΣημειΩματάριο του Γιώργου Αλεξανδρή
ΜΑΘΗΤΕΥΣΕΙΣ
Οργανωμένη η γνώση, υπόμνημα η περιρρέουσα σοφία
και η προσωπική επιτυχία, στάση ζωής και ερμηνεία.
Θέσπισμα η επανάληψη και η προστασία ανάγκη.
Θεωρημένοι οι δύσβατοι δρόμοι της αυτογνωσίας
και οι στενωποί της δημιουργίας αντιγραφές και μιμήσεις.
Βιαστικές αναγνώσεις η ιστορία και αναφορά οι μύθοι.
Γύρω, μέντορες και αυθεντίες,αρχές, περγαμηνές και αξίες
και οι καιροί συμβατοί για νουθεσίες και υποδείξεις.
Ιδέα και μέθοδος η αποδοχή και η συνέχεια χρέος.
Τον κόσμο να υποθέσουμε σε αδρή εικονογραφία
και η εποχή μας ρήτρα διάδοχη να πιστοποιεί.
Οι εικονοκλάστες βέβηλοι και οι αιρετικοί αγύρτες.
Και μαθητεύσαμε στην ιδιώτευση και το εφήμερο,
εντρυφήσαμε σε προσανατολισμένες πεποιθήσεις
και ενδώσαμε στους μακαρισμούς και τον εφησυχασμό.
Μαθητεύσαμε στον προσηλυτισμό των ευγενικών προθέσεων,
αναγνωρίσαμε εμβριθείς σχεδιασμούς και μαρτυρίες
κι ασπαστήκαμε δοξασίες ως αλήθεια και προοπτική.
Και μυηθήκαμε σε συνθήματα αλτρουϊσμού και αλληλεγγύης,
κρυπτογραφήσαμε ως συναλλαγή την καθημερινότητά μας
και ευτυχήσαμε στα άλλοθι της συνέπειας και της ευθύνης.
ΕΝ ΕΓΡΗΓΟΡΣΕΙ
Μέντορες και ταγοί, με προτροπές και συστάσεις,
μας συνιστούν να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων,
εκεί που το χρέος και η ευθύνη του αυτοσεβασμού
ορίζουν μια ανοιχτή κοινωνία σε οργάνωση και τάξεις.
Εν εγρηγόρσει η δόκιμη κριτική της γνώσης και νουθεσίας
με ελεύθερη την έκφραση κι ανένταχτη την παρουσία.
Μας τονίζουν τον ασπασμό στις κοινές αλήθειες,
το δικαίωμα στη σύμπραξη και τη διαφορετική τη στάση,
την οριοθέτηση του άκρατου ατομισμού από τη φιλαλληλία,
για να έχει στέγασμα και προοπτική η αλληλεγγύη.
Εν εγρηγόρσει ο νους στο σκιαγράφημα και την επιφυλλίδα,
να είναι επίγνωση η υποβολή κι εμπέδωση η προσδοκία.
Ρητορεύουν από βήματος ιερού και υψηλής εξέδρας
παντογνώστες, ειδήμονες, ινστρούχτορες κι απεσταλμένοι
αισθήματα ευγενή κι εγκάρδια να μας διακατέχουν,
βαθύπλουτη να είναι η ζωή από νάματα και σοφίες.
Εν εγρηγόρσει ο στοχασμός για το δαψίλευμα και το δόγμα,
να έχει αιτία η υπόδειξη και φρόνηση το δέος.
Περιοδεύουν με θίασους σε αίθουσες και πλατείες,
ομόδοξοι να σταθούμε σε συμφωνίες και αμφισβητήσεις,
τη σύμπλευση ορχηστρώνουν σε πρακτικές και ομολογίες
με την ελευθερία δέσμευση, συνάνθρωποι να κορυφωθούμε.
Εν εγρηγόρσει η επιφύλαξη στων καιρών τη δεσποτεία,
ακέραιη να είναι η προσφυγή στο δίλημμα και την αλήθεια.
ΣΕ ΣΤΑΥΡΩΣΑΝ ΑΔΕΡΦΙ ΜΟΥ
20-7-1974
Το λίκνισμα του νησιού, στ’ αφρόσκεπο το κύμα,
γλυκανασαιμιά και τραγούδι στης πεθυμιάς την τράτα
και το μακρινό τ’ αγνάντεμα, ακόμη ένα στέριο βήμα
για το σφιχτό τ’ αγκάλιασμα στης ένωσης τη στράτα.
Λιοκέντητη η σημερινή, εικοστή του Ιούλη αυγή,
το μεσημέρι απάντημα της πίστης στην ελπίδα
κι απέλπισμα τ’ απόβραδο με σταύρωση θλιβερή
στ’ αντάμωμα που πόθησε τ’ αδέρφι στην πατρίδα.
Τα πορτόφυλλα που έπεσαν στο βάρος της κατάρας,
τα κλάματα που ακούστηκαν παράπονο κι ευχή,
ψυχές που μοιρολόγησαν το στοίχειωμα της λαχτάρας, στο σπίτι μας αντήχησαν παράκληση και οργή.
Φωτιές φυγής και κρότοι διωγμού στο σπίτι του αδερφού
και πνίγεται η ανάσα του ,μαραίνεται η ψυχή του
στο μίσος και την απειλή, του γείτονα και του γνωστού,
να σηκώνει ψηλά τα χέρια του, ικέτης στη ζωή του.
Σε σταύρωσαν αδέρφι μου και είδα τη θανή μου.
Τον τάφο που σου άνοιξαν είναι δικό μου μνήμα.
Θεριέψου στο κουράγιο σου, άκου και τη φωνή μου
κι η πίστη μας ομόψυχη, φουρτουνιασμένο κύμα,
θα πνίξει στο βαθυγάλαζο τ’ αφορεσμένα χέρια
που μάτωσαν τη θάλασσα, αυτή που γλυκοκυματούσα
κρατούσε στην αγκάλη της το σμίξιμο των πόθων,
περήφανα που το ένιωθες κι εγώ το λαχταρούσα.
Το σταύρωσαν αδέρφι μου το συναπάντημά μας,
μα σφίξε μέσ’ στο χέρι μου τα στέφανα του χρόνου,
πανήγυρη ξημέρωμα στην Κύπρο τ’ αντάμωμά μας,
στο δίκιο μας να ιστορήσουμε, το κούρσεμα του πόνου.
ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟ
Μόνοι κι ανήλιαγοι από το βλέμμα του θεού
και απροστάτευτοι πια από την ιερή του σκέπη,
καταφύγαμε χωρίς θρήνους, στη σιωπή και τις μνήμες,
για να μοιραζόμαστε στον ασάλευτό τους ίσκιο
της γλυκιάς μοναξιάς την αθωότητα και το φέγγος
και ν’ ακούμε την ηχώ της κρυφής φυγής στο όνειρο.
Και πορευόμαστε με απουσίες και παραιτήσεις
πίσω απ’ τις λαμπρές αντηλιές του χρόνου,
αδέξιοι δραπέτες απ’ της ψυχής τα πάθη,
σ’ έναν μικρό και ασπούδαστο πηγαιμό,
χλωμοί οδοιπόροι στην ωριμότητα του φόβου,
της σύνεσης και του αναγκαίου συμβιβασμού.
Μικρή πομπή ο κόσμος και η ζωή λιτανεία,
για της ψυχής το άνθισμα, του νου το στρατοκόπι,
για τη σπονδή στον έρωτα, στην έκσταση και το θαύμα.
Χωρούσαν οι αλήθειες μας σε μια ματιά
κι ορίζαμε μ’ ένα λόγο της ταύτισης το λευτέρωμα,
τ’ ανθρώπινο κι ανέσπερο στη δοκιμή του αιώνιου.
Κι απόψε, ασυντρόφευτοι στασιαστές και συνοδοιπόροι,
σ’ ένα συλλείτουργο ομολογιών και παρακλήσεων,
μνημονεύουμε σπαραγμούς και ολοκληρώσεις
και μικραίνουμε την άβυσσο της ανάγκης
για να μην έχουμε στη στέρηση ψευδαισθήσεις
παρά φως και χρώματα από τόσες αναμνήσεις.
Ο Μ Ο Λ Ο Γ Ι Ε Σ
Η καθημερινότητα ως μια ευσχήμονη παραδοχή
πιστής αντιγραφής και μίμησης άδολης συμπεριφοράς,
ως προσήκουσα άρνηση κι απόρριψη αναρωτημάτων,
ομολογία είναι προσωπικών κι ανέσπερων βιωμάτων
στην ευταξία της συνύπαρξης , στην ταύτιση των ιδεών
με τη συνείδηση καθαρή γραφή και οδηγήτρα.
Εικόνα θολή η συνοχή της ταξικής κοινωνίας
στην κοινή διαβούλευση της πολιτικής ερμηνείας,
με την απάτη σύνδρομο κλειστής επικοινωνίας
κι ασύμμετρο περίγραμμα τη σύνεση με τη λογική.
Ομολογίας θέλγητρο η ευπιστία στις παραδόσεις
και άνθισμα οργής η σιωπή σε απαντοχές και μαρτυρίες.
Ορίζοντες κοντινοί κι επίπεδοι η πίστη και η γνώση
με σύσταση στην προσήλωση, την άγνοια και τον φόβο
χωρίς προοπτική απένταξης από μοίρες και λατρείες,
να έχουν πρόσωπα οι καιροί και λειτουργούς οι εποχές.
Ομολογία ο βαθύς φανατισμός και η ιδεοληψία
με ομόθυμη τη συσπείρωση σε πρότυπα και ανάγκες.
Με τη μνήμη στέγασμα αναμνήσεων και ησυχαστήριο,
τον παιδεμό του νου σε σκιές και πλέγματα ορθοφροσύνης
για επίκαιρους συμβιβασμούς και επιτήδειες συμφωνίες,
οι φιλοδοξίες φειδωλές για προτάγματα και δημιουργίες.
Ομολογία η αλλοτρίωση κι η θέσπιση της αντινομίας
σε μια κοινωνία απρόσωπη χωρίς αναφορές και ιστορία.
ΑΝΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ
Τώρα, που και πάλι δύσμοιροι και δυσοίωνοι καιροί
ταξινομούνται ως αγεφύρωτα χάσματα ιδεών και γενεών
και αιτιολογούνται ως αναπόφευκτες ιστορικές επαναλήψεις,
τώρα, που και πάλι αλλόμορφες και αλλόκοτες εποχές
δικάζονται με απλές απεμπολήσεις σε αθώες καθαιρέσεις
κι ελαφρύνονται με συμβιβαστικές ταυτίσεις και συμπράξεις,
ποια διαύγεια και τόλμη αιρετική να επιστρατευθεί,
συνειδήσεις να αφυπνίσει, υποκρισίες να στιγματίσει,
ευθύνες να ευαγγελιστεί και χρέη να κοινωνήσει;
Και καθώς διακονούμε σε συνήθειες και γνώριμες πρακτικές,
αριθμούμε ορθόδοξες συμπτώσεις, μικρές εφήμερες αλλαγές
και εντρυφούμε σε παρυφές, ομοιότητες και μιμήσεις,
και καθώς αναδιφούμε σε αδόκητες και σωτήριες στιγμές,
αναδιπλώνουμε ευκαιριακές επιλογές, σύντομες προσηλώσεις
και ανακαλούμε εύσχημες μνήμες και συμπεριφορές αυτιστικές,
ποιαν αρετή να επικαλεστείς, μαρτυρία να μαρτυρήσεις
πως κάθε μέρα αυριανή ανάδρομη ρήση και πρόταση δεν είναι,
παρά πρεσβεία ανένταχτη χωρίς θυμικό και δόγματα ιστορίας.
Κι αφού αρνούμαστε συμβολισμούς ανατροπές και ρήξεις ,
αποποιούμαστε πρωτοβουλίες, συμμετοχή κι επαγγελίες
και εμμένουμε σε ισορροπίες και διάδοχες καταστάσεις,
κι αφού εθελοτυφλούμε στη σύγχυση και τις αντιφάσεις,
προφητεύουμε το αύριο με συνειρμούς και μεταμορφώσεις
και μακαρίζουμε το σήμερα με προσαρμογές και επαναπαύσεις,
ποιες τάχα να’ ναι οι αλήθειες μας και ποια τα όνειρά μας,
να ‘ναι οι μέρες μας κατάθεση ψυχής και ρήτρα δημιουργίας,
χωρίς σφετερισμούς, σκοπιμότητες, συνθήματα και προλήψεις;
Οι μνήμες κατοικούν στο μέλλον, στο ΣημειΩματάριο του Γιώργου Αλεξανδρή https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/to-simiomatario-toy-giorgoy-alexnadri
