Ποιητική συλλογή Corpus amoris, ένας οργανισμός που αναπνέει, πάλλεται, πονά και επιμένει

Γιάννης Ευθυμιάδης, Corpus amoris (ερωτικά ποιήματα 2004–2025), Εκδόσεις Νεφέλη.
Υπάρχουν συλλογές που λειτουργούν σαν στιγμιότυπα μιας εποχής και συλλογές που
λειτουργούν σαν σώμα: ως οργανισμός που αναπνέει, πάλλεται, πονά και επιμένει. Το Corpus amoris του Γιάννη Ευθυμιάδη ανήκει αδιαμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία: δεν είναι απλώς μια συγκέντρωση ερωτικών ποιημάτων σε βάθος είκοσι ενός χρόνων, αλλά ένα συμπαγές ποιητικό σύμπαν όπου ο έρωτας εγγράφεται ως εμπειρία ενσώματη, ως μνήμη που δεν εξαντλείται
στη νοσταλγία, αλλά παραμένει ενεργή, απαιτητική, σχεδόν επικίνδυνη για τον ίδιο τον φορέα της.
Ο τίτλος ήδη δηλώνει την πρόθεση: corpus σημαίνει σώμα, σύνολο, υλικό αποτύπωμα· amoris σημαίνει έρωτα, όχι ως ρητορική, αλλά ως δύναμη που καταλαμβάνει. Έτσι ο Ευθυμιάδης, από το πρώτο έως το τελευταίο ποίημα, δεν αποζητά να υμνήσει απλώς την ερωτική συγκίνηση, αλλά να συνθέσει ένα ποιητικό αρχείο της επιθυμίας, ένα σώμα κειμένων όπου ο πόθος είναι μορφή γνώσης, η γλώσσα είναι αφή και το βίωμα μετασχηματίζεται σε διαρκή αναμέτρηση με τα όρια: του άλλου, του εαυτού, της σιωπής, του χρόνου.
Η ερωτική εμπειρία ως μεταιχμιακός χώρος
Πολλές φορές στην ποίηση ο έρωτας εμφανίζεται είτε ως μέθεξη είτε ως απώλεια.
Σήμα-κατατεθέν του corpus amoris είναι ότι ο έρωτας συγκροτείται ακριβώς στο μεσοδιάστημα: ανάμεσα στο άγγιγμα και στην απαγόρευση, ανάμεσα στην έλξη και στην πτώση, ανάμεσα στην έκσταση και στον ίλιγγο. Στη σύντομη αλλά πυκνή ποιητική στιγμή της πρώτης ενότητας ο ποιητής ζητά: Έρωτες, πάθη, / σώμα της ματαίωσης, / γυρίστε πίσω!
Εδώ η ματαίωση δεν είναι το τέλος του έρωτα, αλλά η ίδια του η ύλη. Το σώμα είναι ο τόπος όπου ο πόθος προβάλλει ως δυνατότητα, αλλά και ως στέρηση. Ο έρωτας, λοιπόν, δεν γίνεται ποτέ «ασφαλής» εμπειρία· είναι ένα βίωμα που ορίζει την ύπαρξη, την εκθέτει και ταυτόχρονα τη δικαιώνει.
Αυτή η μεταιχμιακότητα γίνεται κυριολεκτική εικόνα στο ποίημα όπου το «βαθύ πηγάδι» της απαγόρευσης μετατρέπεται σε τόπο έλξης και κινδύνου: Βαθύ πηγάδι η απαγόρευση / κρυστάλλινο νερό
και αργότερα: δυναστικά / προσμένει ο ίλιγγος του αδοκίμαστου. / Μην πέσεις!
Η εικόνα του πηγαδιού συμπυκνώνει την ηθική και ερωτική αμφισημία: ο πόθος δεν είναι μόνο κάθοδος σε “βάθος”, αλλά και κίνηση προς το απαγορευμένο, προς εκείνο που δοκιμάζει την αντοχή του εαυτού. Η προσταγή Μην πέσεις! δεν ακούγεται ως ηθικολογία, αλλά ως κραυγή αυτοσυντήρησης: γιατί στον κόσμο του Ευθυμιάδη ο έρωτας δεν απειλεί μόνο την τάξη, απειλεί την ίδια την ισορροπία του εσωτερικού κόσμου.
Η γλώσσα ως αφή: λέξεις που γράφονται και σβήνονται
Ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συλλογής είναι ότι η γλώσσα δεν λειτουργεί απλώς ως μέσο εξομολόγησης, αλλά ως σώμα δεύτερο. Γράφεται, χαράσσεται, ακουμπά, τρέμει. Η μεταφορά της γραφής ως πράξης που συντελείται πάνω σε ευάλωτες επιφάνειες εμφανίζεται από πολύ νωρίς, σε μια φράση-κλειδί που επανέρχεται σαν ερωτικός κανόνας: Που κουβεντιάζω του ανέμου / κι ο άνεμος τα γράφει πάνω στο νερό / κι ο άνεμος τα σβήνει, / για να προφταίνεις μόνο εσύ να τα διαβάζεις.
Εδώ η ποίηση αποκτά σχεδόν τελετουργική λειτουργία: γράφεται για να διαβαστεί από έναν μόνο αποδέκτη, αλλά και για να σβηστεί, να χαθεί, να μείνει σαν μυστική συμφωνία. Ο έρωτας, στην ποιητική κοσμοθεωρία του Ευθυμιάδη, δεν είναι δημόσιο γεγονός, είναι ιδιωτική εντολή, μια συνομιλία που αντέχει μόνο στη σκιά. Αυτός ο χαρακτήρας του «κρυπτικού» ερωτικού λόγου δεν οδηγεί σε ασάφεια· αντίθετα, οδηγεί σε μια γραφή με σπάνια διαύγεια, όπου η αίσθηση είναι έντονη, αλλά ποτέ χυδαία. Ο ποιητής μπορεί να γράψει: Οι λέξεις είναι πνεύμα… Η φωνή είναι το σώμα. / Μια εξαίσια φωνή / είναι το ποθητό σώμα του ποιήματος και να μετατρέψει το ερωτικό βίωμα σε θεωρία της ποίησης, εκεί όπου η φωνή γίνεται η ενσάρκωση των λέξεων. Έτσι ο έρωτας δεν είναι μόνο θέμα: είναι το ίδιο το
ποιητικό εργαστήριο.
Από τον λυρισμό στην ύλη: μια εντυπωσιακή διακύμανση μορφών
Η συλλογή καλύπτει μεγάλο χρονικό εύρος (2004–2025) και αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για έναν μονοσήμαντο τρόπο γραφής. Ο Ευθυμιάδης κινείται από τον στοχαστικό, συχνά «υψιπετή» λυρισμό, μέχρι τον σχεδόν τραγουδιστό ρυθμό, από το μακροσκελές ποίημα-ανάσα μέχρι το μικρό, συμπυκνωμένο στιγμιότυπο που θυμίζει σύγχρονο χαϊκού. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η ποικιλία δεν δημιουργεί αίσθηση ασυνέχειας: το σώμα του έρωτα παραμένει ενιαίο, όπως ενιαία παραμένει και η εμμονή στη σάρκα ως τελικό κριτήριο αλήθειας. Στα ποιήματα με πιο έντονο ερωτικό παλμό, η γραφή γίνεται σχεδόν απτική, σαν να ακουμπάει το δέρμα του άλλου:
Πάνω στο σώμα σου / Κυλάει το μελάνι ή Θα γίνουν τα δυο χέρια μου κρεβάτια σου
Η εικόνα του μελανιού δεν είναι απλώς μεταφορά της γραφής: είναι η ίδια η σωματικότητα του λόγου, το ποιητικό ίχνος που επιθυμεί να εγκατασταθεί πάνω στο σώμα του άλλου.
Παράλληλα όμως, ο ποιητής δεν μένει μόνο στη γιορτή του αγγίγματος. Η ερωτική φαντασίωση περνά συχνά σε σκοτεινότερες περιοχές, όπου το σώμα γίνεται πεδίο σύγκρουσης, ρήξης και υπέρβασης. Στην ενότητα Αλκίνοος η επιθυμία εμφανίζεται με γλώσσα πυκνή, σχεδόν οριακή: Μόνος ποντίζομαι στου πάθους το μεταίχμιο, μόνος πασχίζω να πιστέψω και λίγους στίχους πιο κάτω: Δεν απαντάς, γιατί, γιατί δεν απαντάς; Εδώ ο έρωτας δεν είναι πλήρωση· είναι αναμέτρηση με την απουσία, με τη σιωπή του άλλου που γίνεται σχεδόν «άγαλμα». Η τραγικότητα δεν κραυγάζει· δουλεύει υπόγεια, σαν αργό ρεύμα που οδηγεί σε κατάρρευση.
Έρωτας και χρόνος: η μνήμη ως δεύτερη επιθυμία
Ο Ευθυμιάδης δεν γράφει ερωτικά ποιήματα για έναν έρωτα στατικό. Αντίθετα, ο έρωτας εδώ είναι κάτι που παλιώνει, αλλά δεν τελειώνει, κάτι που μετατρέπεται σε μνήμη, χωρίς να χάνει τον αισθησιακό του πυρήνα. Είναι χαρακτηριστική η φράση: Γερνάμε μαζί αλλά / θα πεθάνω μόνο εγώ, / αγάπη μου.
Στίχος πικρός, γιατί βάζει μέσα στον έρωτα την ανισότητα της μοίρας: κάποιος μένει, κάποιος φεύγει, και η αγάπη δεν εξασφαλίζει δικαιοσύνη. Αυτός ο χρόνος δεν είναι απλώς ημερολογιακός· είναι υπαρξιακός, είναι ο χρόνος της φθοράς, που ακουμπά στο σώμα και αφήνει σημάδια.
Σε άλλο σημείο, ο ποιητής φτάνει σε μια από τις πιο στοχαστικές κορυφώσεις του βιβλίου, παρουσιάζοντας σχεδόν μια μεταφυσική σκηνή, όπου το πνεύμα αρνείται να κατοικήσει σε γερασμένο σώμα: Ποιο πνεύμα / θέλησε ποτέ / να κατοικήσει σε γερασμένο σώμα;
Εδώ το ερωτικό βίωμα γίνεται φιλοσοφική ερώτηση, και η ποίηση μετατρέπει το προσωπικό σε οικουμενικό: τι γίνεται όταν η επιθυμία παραμένει νέα, αλλά το σώμα γερνά; Πόσο μπορεί να αντέξει η μνήμη την απουσία της προηγούμενης ύλης; Η αστική μοναξιά και ο «ψηφιακός» έρωτας.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην ενότητα όπου ο έρωτας περνά στο σήμερα, στην εποχή της οθόνης, της σκόνης, της μοναξιάς, της φθοράς της καθημερινότητας. Στο ποίημα «Υπολογισμός »η ερωτική ένταση αποκτά σύγχρονο σκηνικό: Τις νύχτες σχεδόν σε μυρίζω στην οθόνη μου / και ζω ψιθυριστά την ένταση
χιλιάδων πίξελ. Είναι μια σπάνια ποιητική στιγμή όπου ο έρωτας δεν αναζητά πλέον μόνο το σώμα
του άλλου, αλλά την προσομοίωση, την εικονική επαφή, την αίσθηση που δεν ολοκληρώνεται. Το ποίημα καταλήγει σε σχεδόν σκληρό ρεαλισμό: Κάθε πρωί λέμε μια καλημέρα με τέλεια χτενισμένη / ευγένεια… Έχει για τα καλά ξημερώσει.
Η «χτενισμένη» ευγένεια εδώ είναι η μάσκα του αστικού πολιτισμού, η καθημερινή
προσπάθεια μας του ερωτικού λόγου από τον μύθο (πρίγκιπες, Ορφέας, πανσέληνοι) στον νεωτερικό χώρο της οθόνης και της απομάκρυνσης δείχνει τη δύναμη της συλλογής: ο έρωτας, όποια μορφή κι αν πάρει, δεν χάνει την τραγική του ένταση.
Η ποιητική δύναμη
Το corpus amoris διαθέτει αδιαμφισβήτητη ποιητική ισχύ: έντονες εικόνες, μουσικότητα, ρυθμικές εξάρσεις, μια γλώσσα που συνδυάζει το καθαρό με το υπαινικτικό. Το μεγαλύτερο προτέρημά του είναι ότι ο ποιητής δεν φοβάται ούτε το υψηλό ούτε το χαμηλό: μπορεί να συνομιλεί με τον λυρισμό και την ιεροτελεστία, αλλά και να κατεβαίνει σε μια ωμή, σχεδόν ζωική σωματικότητα. Ωστόσο, η ίδια αυτή ένταση μπορεί να αποτελέσει και το ‘ρίσκο’ του βιβλίου. Σε ορισμένα σημεία, η συσσώρευση μεγάλων λέξεων (έρωτας, αιωνιότητα, παράδεισος, άβυσσος) κινδυνεύει να οδηγήσει σε υπερφόρτιση· το συναίσθημα παραμένει αυθεντικό, αλλά η υπερβολή θα μπορούσε να κουράσει έναν αναγνώστη που προτιμά τον υπαινιγμό από τη ρητή διακήρυξη. Παρ’ όλα αυτά, η συλλογή συνολικά ισορροπεί, γιατί διαθέτει και τις “σιωπές” της: τα μικρά ποιήματα, τις λεπτές στιγμές, εκεί όπου ένα «ελάχιστο φιλί» γίνεται ολόκληρος παράδεισος.
Μια ποιητική παρακαταθήκη
Το Corpus amoris δεν είναι ένα απλό ερωτικό βιβλίο. Είναι μια μακρά, επίμονη καταγραφή του πώς ο έρωτας μπορεί να γίνει κοσμογονία και συνάμα ρήγμα: ένας τρόπος να κατοικήσουμε τον κόσμο, αλλά και να νιώσουμε πόσο αδύνατο είναι να τον αντέξουμε. Ο Ευθυμιάδης καταφέρνει να μετατρέψει την επιθυμία σε ποιητικό γεγονός, χωρίς να την εξευγενίζει και χωρίς να την ακυρώνει. Ο αναγνώστης δεν κρατά μόνο εικόνες· κρατά μια εμπειρία σχεδόν απτική: ότι πέρασε μέσα από ένα σώμα λέξεων, όπου «η φωνή είναι το σώμα» και το σώμα είναι η μνήμη . Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική συμβολή της συλλογής: να μας θυμίσει πως, όσο κι αν ο χρόνος σβήνει τα ίχνη, ο άνεμος τα γράφει πάνω στο νερό και κάποιος, έστω μόνον ένας, προλαβαίνει να τα διαβάσει.
https://simiomatario.gr/category/istories-dromena/to-simiomatrio-tis-tzinas-karvounaki
