Ένα ποίημα για τη μετάφραση, του Riccardo Duranti
Tο ποίημα προσεγγίζει τη μετάφραση ως πεδίο έντασης ανάμεσα στη σύλληψη και την απώλεια, εντάσσοντάς την σε μια παράδοση σκέψης όπου η γλώσσα δεν λειτουργεί ως διαφανές μέσο, αλλά ως χώρος ρήξης. Υπό αυτή την έννοια, η μεταφραστική πράξη συνομιλεί με τον Walter Benjamin, για τον οποίο η μετάφραση δεν αναπαράγει το νόημα, αλλά αποκαλύπτει την ‘καθαρή γλώσσα’ μέσα από την αστοχία και την απόσταση.
Παράλληλα, η έμφαση στην επανάληψη του «γνωστού» και στη διαφυγή του «αγνώστου» παραπέμπει στη ρητορική της απώλειας και της μη δυνατότητας που διατρέχει τη σκέψη του Maurice Blanchot: το νόημα δεν κατακτάται, αλλά αποσύρεται, αφήνοντας πίσω του ίχνη και σιωπές. Οι «δεσμωτήριες» μορφές της γλώσσας λειτουργούν έτσι ως αναγκαίες αλλά εύθραυστες κατασκευές, που μαρτυρούν περισσότερο το αδιέξοδο παρά τη λύση.
H επιλογή μιας πιο ‘ελληνικής’ ποιητικής οικονομίας αντλεί από τη μεταφρασεολογική σκέψη του Paul Ricoeur, και ειδικότερα από την έννοια της «γλωσσικής φιλοξενίας»: η μετάφραση δεν εξουδετερώνει την ετερότητα του πρωτοτύπου, αλλά τη φιλοξενεί, αποδεχόμενη την αμοιβαία έκθεση και το μη μεταφράσιμο ως συστατικό στοιχείο του νοήματος.
Το ποίημα, και η παρούσα απόδοση, προτείνουν μια ηθική της μετάφρασης: όχι ως πράξη κυριαρχίας, αλλά ως άσκηση εγρήγορσης απέναντι σε ό,τι αντιστέκεται, επιμένει και, τελικά, παραμένει κρυμμένο.
Alla perenne ricerca di senso
il traduttore passa in rassegna
le gabbie più adatte
a racchiudere le prede catturate…
ogni parola è annusata e rigirata
tra le dita e la punta della lingua.
Messe in bella fila,
le gabbie non possono che riprodurre
la stessa insensata follia
che le ha ispirate:
quel che è noto ha fallito, ma si ripete,
mentre l’ignoto tuttora si nasconde.
Σε αδιάκοπη αναζήτηση νοήματος
ο μεταφραστής διατρέχει
τα πρόσφορα δεσμωτήρια,
για να στεγάσει τη λεία της σύλληψης…
μυρίζει την κάθε λέξη, την περιστρέφει
ανάμεσα στα δάχτυλα, στην άκρη της γλώσσας.
Παρατεταγμένα,
τα δεσμωτήρια δεν μπορούν παρά να αναπαράγουν
την ίδια άλογη μανία
που τα γέννησε:
το γνώριμο απέτυχε, κι όμως επανέρχεται,
ενώ το άγνωστο ακόμη αποκρύπτεται.

Ο Riccardo Duranti δίδαξε για πολλά χρόνια Αγγλική Λογοτεχνία και Λογοτεχνική Μετάφραση στο Πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης και τιμήθηκε με το Ιταλικό Εθνικό Βραβείο Μετάφρασης, το 1996, και το βραβείο Catullo, το 2014.
Έχει μεταφράσει στα Ιταλικά ολόκληρο το έργο του Raymond Carver και συγγραφέων όπως οι John Berger, Philip K. Dick, Cormac McCarthy, Michael Ondaatje, Nathanael West, Richard Brautigan, Caryl Churchill, Elizabeth Bishop, Henry David Thoreau, Edward Bond, Kae Tempest και Robert Coover.
Έχει μεταφράσει επίσης παιδική λογοτεχνία συγγραφέων ανάμεσα στους οποίους οι Roald Dahl, Ted Hughes, Margaret Mahy, Britta Teckentrup, Patricia MacLachan, Eric Malpass, Yuval Zommer.
Οι ποιητικές συλλογές του: Bivio di voce (Empirìa, 1987), The Archer’s Paradox (The Many Press, 1993), L’ affettuosa fantasia (Aracne, 1998), Made in Mompeo. Ηaiku e immagini (με τον Rino Bianchi, Corbu, 2007) και Meditamondo (Coazinzola Press, 2013). Το 2015 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο με διηγήματα: L’orsacchiotto Carver e altri segreti (εκδόσεις Ianieri).
Ζει στα Προαπέννινα όρη, στο γεωγραφικό διαμέρισμα Lazio, στην οροσειρά Σαβίνα, όπου φροντίζει έναν ελαιώνα σπάνιας ποικιλίας, της carboncella.
https://simiomatario.gr/category/istories-dromena/to-simiomatrio-tis-tzinas-karvounaki
