You are currently viewing The writing season, γράφει η Μαρία Σωτηροπούλου

The writing season

Στις εποχές και στους αποδημητικά αρμούς τους.
Εσύ Ελασσών.
Η ορίζουσα ενός
σε άριστη κατάσταση
Στα περασμένα ονόματα.

(Ας πούμε ένα μικρό τρενάκι.

Που με περιμένει στον σταθμό.

Και για λίγο

Ακούγονται ήχοι

Αποχαιρετισμός κι αφίξεων)

Καλώς.

Που τέμνει

Τείνοντας προς
παρά λέγοντας
Προσέξτε το κενό.
Προσέξτε το κενό.
Κλείνει προς τα μέσα.
Αντίο
Κι άλλες τέτοιες άχρηστες εφευρέσεις
Για ο, τι μακριά
Μας

Κόβει προς τα μέσα.
Κόβει προς τα μέσα.
Τετραγωνικός πίνακας
Που τέμνει σε ανύπαρκτα μαθηματικά τη λογική αλληλουχία
Οικόσιτη αλληλουχία

Σε άριστη κατάσταση .

Με ωραίο κόκκινο περιλαίμιο.

Για απολογισμους αυστηρά προσωπικούς

Με πονάει η αλλαγή του καιρού.

Όσο μακριά κι αν πετάξω τη μέρα αυτή με βρίσκει.

Και με επιστρέφει
Στα πόδια μιας ανάμνησης.
Της κάθε ανάμνησης
Α μπε μπα μπλομ
Μιας μακρινής ανάμνησης.
Έρχεσαι;
Φεύγεις;
Κι άλλες τέτοιες άσκοπες μετακινήσεις
Μας.
Ενώ
Για λόγους αυστηρά παράλογους.
Αδυνατώ να μη θυμάμαι.
Κι έκατσα ξανά στη θέση μου απορημένη.
Με πονάει η εξίσωση μου στα σημεία που με τραυμάτισα.
Χαρίζεται απόγευμα σε άριστη κατάσταση.
Με δόντια κάτασπρα, με νύχια ατσαλένια
Συν-οπτικα θα έλεγα πως έβρεχε.
Είχε πιαστεί μία αιωνιότητα στο μαντήλι μου κι έτρεχα ολοταχώς προς μία ασπρόμαυρη φωτογραφία.
Σημείωνα βιαστικά.
Κι έτσι ως επακόλουθο ήθελα μόνο να ρωτήσω.
Η λεβάντα μοιράζεται ακριβοδίκαια;
Θα πεις ναι.
Θα πω ότι αλάτι και δάκρυα μας κάνει θάλασσα.
Τον καθένα ξέχωρα.
Περιττά.
Η ιστορία;
Πώς τελειώνει;
Κι ενώ ήταν ήδη αργά
Θυμήθηκα
Που σε είχα ξαναδεί.
Κάτι διαλύεται ατάκτως
Κάτι υποχωρεί ησύχως.
Πώς το ξέρω;
Γιατί ούτε λίγο ούτε πολύς

Δύση λέω.

Την ώρα που δύει.

Έτσι από μόνη μου.

Μία τυφλόμυγα πάνω στον τοίχο.

Γιατί μπορώ πια να κοιμηθώ.

Κάτω από τα συνοπτικά μάτια της.

Ήμουν κάποτε περίληψη.

Δε με θυμώνει πια.

Ούτε έχω ν’ανταποδώσω
Προέβλεψα.

Και κούρδισα το αλογάκι μου σύμφωνα με το ρολογάκι
που έτρεχε προς το ηλιοστάσιο.

Ήξερα τι ώρα είναι.

Πιστεύω σε ένα τίποτα Παντοκράτορα.

Βιτρίνα.

Εδώ το καλό σκοτάδι.

Θα με είπες χαρτοκόπτη και θα με ταξινομησες ως σπάνια ανυπαρξία.

Φτιαγμένη από όσα απέκλεισε η μνήμη.

Συλλέγοντας μικρά κλικ.

Φτιαγμένη από μικρά κομμάτια μικρών ωρών

Ώσπου να γίνουν έκθετα.

Ώσπου να πονέσουν τα βήματα σου.

Και να φταίνε οι κόσμοι που δεν επισυνάπτονται.

Εσάς;
(Τι σας πέθανε;

Τους λέω.

Γιατί δεν μπορεί να γίνατε
Έτσι

Χωρίς να ξέρετε πώς γράφεται το χώμα.)

Πώς γράφεται το χώμα;

Έχετε ιδέα πόσο με βασανίζει αυτό το γήινο ερωτηματικό; Μία σταγόνα τσάι στα ακροδάχτυλα μου.
Μία μεγάλη γρατζουνιά εκεί ακριβώς που τελειώνει και ξεκινά η σκέψη.
Ένα κόψιμο βαθύ στη μέση μας
Καθάριζα απρόσεκτα ένα κλωνάρι μήλα για τη λησμονιά και δεν θέλει και πολύ να ματώσει το λίγο μας.
Αρκεί μόνο μία στιγμή.
Μία σταγόνα μόνο.
Πήρα σαφείς οδηγίες την ακριβή δοσοληψία..Συν-οπτικα θα έλεγα πως έβρεχε.
Είχε πιαστεί μία αιωνιότητα στο μαντήλι μου κι έτρεχα ολοταχώς προς μία ασπρόμαυρη φωτογραφία.
Σημείωνα βιαστικά.
Κι έτσι ως επακόλουθο ήθελα μόνο να ρωτήσω.
Η λεβάντα μοιράζεται ακριβό δίκαια; αλάτι και δάκρυα μας κάνει θάλασσα.
Τον καθένα ξέχωρα.
Περιττά.
Η ιστορία;
Πώς τελειώνει;
Θα πεις ανάλογα.
Θα πω φύγε.
Κι ό τι δεν θα μάθεις
Αυτό με κράτησε.
Να μην σπάσω.
Να μην σπάσω.
Κι ενώ ήταν ήδη αργά
Θυμήθηκα
Που σε είχα ξαναδεί.

Αρκεί.
Γελάω μόνη μου με ένα ρήμα.
Και το κλείνω.
Μυρίζει καφές.
Και το φως λίγο πονετικό
Λίγο σκληρό
Συστήνεται ως καινούργια μέρα.
Θα εξηγούσα την διαφορά του ως από το σαν
Άλλα κυνηγάω ένα περασμένο διαζευκτικό
Και θα ήταν μάταιο
Σαν περασμένος ενεστώτας.
Τα λεξικά μου έχουν άμμο ως συντομογραφίες.
Περιφραστικά για απάτητα τροπικά επιχειρήματα.
Κι ένα sempre viva σαν σελιδοδείκτη.
Ή μήπως είναι δείκτης ρολογιού.
Ερωτηματικό.
Πηγαινοερχόμουν.
Σύνδεσμος.
Παρατατικός.
Τώρα απλώνω τους αχινούς μου να στεγνώσουν.
Ξώφαλτσα.
Εν τω μεταξύ μυρίζει βρόχινη ζάχαρη.
Μέχρι το άλλο δωμάτιο, ψάχνω το μολύβι μου.
Και τηρουμένων των απολογισμών
Αδυνατώ να θυμηθώ.
Να σου πω κάτι ως τίποτα;
Έρχεται σαν αέρας ένα κίτρινο φύλλο.
Μου κουνάει το χέρι.
Και του ανταποδίδω στα ίσια το αστείο.
Ως φθινόπωρο.
Ναι.
Αυτό το θυμάμαι.
Σπασμένη μέρα.
Στο τέλος της έπρεπε να απαντήσω σε μερικές ερωτήσεις.
Ψάχνω τη γόμα μου.
Σαν Κυριακή.
Κι ένα sempre viva γλιστράει προς την έξοδο.
Πέφτει.
Πες πως σπάσαμε.
Σαν.
Ως ωμέγα.
κι αν δε βρεθεί απάντηση θυμώνω.

Κι όταν τη βρίσκω κλαίω.

Σε κάθε περίπτωση μου.

Περι- συλλαβές.

Αντί
Στέκονται.

Κύκνοι μετά την αποχαιρετιστήρια νότα τους

Έρωτες αφού φωτισμένοι.

Άνθρωποι.

Μετά τα έργα τους.

Κι έτσι, ήμουν.

Με αστεία μαλλιά.
Παραχωμένη
Κάτω από το μολύβι μου.

Με θύελλες περαστικές μέχρι να μου περάσω.

Κι έτσι έφτασα να πιστεύω

Πως οι αγριοσιωπές
Εξημερώνουν την ύπαρξη.

Κλωτσάω κι ένα πετραδάκι που έχει μπει στο βλέμμα μου.

Κόλπο.
Ότι δεν με πολυνοιάζει.

Και μετά πίσω

Γύρισα σπίτι.

Είδα πώς είπα ένα θαύμα.

Και δε με πίστεψα.

Πώς σβήνεται το χώμα;


https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simiomatario-sotiropoulou

https://www.facebook.com/profile.php?id=100079917665289

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Μαρία Σωτηροπούλου

Σωτηροπούλου Μαρία. Γεννημένη φθινόπωρο αλλά η καρδιά μου ανήκει στο καλοκαίρι. Μπορώ να στερηθώ τα απαραίτητα αλλά όχι τα ποιήματα. Κι ηθοποιός δεν σημαίνει φως. Σημαίνει μεγεθυντικός φακός στο σκοτάδι. Στον ελεύθερο χρόνο μου, εμπορεύομαι μήλα για τον επιούσιο

Αφήστε ένα σχόλιο