“Το ταξίδι”
Τη θυμάμαι μ’ ένα ποδήλατο παλιό
Ίσα που έφταναν στα πεντάλ τα πόδια
Είχε μια λάμψη παιδικής ασέβειας
κι ένα παχνιώδες μειδίαμα στα χείλη
Την ώρα που ίσκιος γινόταν κι αψήλωνε στο φως του ήλιου
Την ώρα που καβάλαγε το μαύρο της άτι -έτσι αποκαλούσε το ποδήλατό της –
και ξεχυνόταν σαν θολή ανάμνηση
στους άδειους δρόμους
Έφτανε τότε σε μια απόμερη απανεμιά
κι εκεί μακριά απ’ τη ανεμόδαρτη φύση
αγνάντευε τα πλοία που περνούσαν
Θολά και απόμακρα στην αρχή με γκρίζες τις γραμμές τους
Μα όσο πλησίαζαν, διέκρινε καθαρά ακόμη
και των επιβατών τα χέρια
Τα κουνούσαν αβέβαια στους απρόσκλητους επισκέπτες
Χωρίς να ξέρουν αν έπρεπε να κρατηθούν γερά στην πλώρη
ή να χαθούν στην παγερή ομίχλη
Και εκείνη σαν αερικό τους έπιανε τα χέρια
Έτσι, για να κρατηθούν υγρά
μέχρι το ταξίδι να τελειώσει
Τα χρόνια κύλησαν, όπως κυλάνε πάντα … -Δύσκολο, όμως , να απαλλαγείς
απ’ τους παλιούς σου πόθους –
Τη βλέπω ακόμη να τριγυρνά με ένα ποδήλατο παλιό
στις χαραγμένες ρότες των καραβιών της
Και ατενίζοντας το αφρισμένο κύμα
να αναζητεί πέρα μακριά ένα απάγκιο
για το τελευταίο πλοίο.
Δήμητρα Παλαπάνη, “Το ταξίδι”, ανέκδοτο ποίημα
Πηγή φωτογραφίας:https://commons.wikimedia.org/w/index.php?search=%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AE%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%BF&title=Special:MediaSearch&go=Go&type=image
