Ζωή Αποστόλου: “Οι καβουρόψυχοι“
Διήγημα για τον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο: “Το τείχος της ευτυχίας”
Μία φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα απόμακρο παράξενο χωριό με παράξενους κατοίκους και παράξενο όνομα. Το έλεγαν «Αγκάλια». Το χωριό αυτό ήταν τριγυρισμένο από ψηλά βουνά και κάθε σπίτι είχε γύρω του ψηλά τείχη που κανένας απέξω δεν μπορούσε να δει τι υπήρχε πίσω τους και κάθε οικογένεια είχε ένα μυστικό, που δεν έπρεπε ποτέ να αποκαλύψει στους άλλους και έπρεπε να προστατέψει, όποιο κι αν ήταν το τίμημα.
Σε αυτό το μέρος είχαν πολλές παράξενες συνήθειες. Όταν οι άνθρωποι συναντιόντουσαν δεν έπρεπε ποτέ να κοιταχτούν στα μάτια. Ήξεραν πως τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής κι αν τα βλέμματα τους συναντιόντουσαν, μπορούσε να γίνει αυτό που φοβόντουσαν, ν’ αποκαλυφθεί το μυστικό τους. Επειδή όμως μερικές φορές δεν γινόταν διαφορετικά, είχαν μάθει λέξεις μαγικές που έλεγαν από μέσα τους για να τους προστατέψουν από τη δύναμη που είχε το βλέμμα του άλλου. Κρατούσαν αποστάσεις, απέφευγαν τις αγκαλιές και τα φιλιά και μιλούσαν πάντα ψιθυριστά για να μην ξεχαστούν και κάνουν το λάθος. Και για να είναι σίγουροι πως τίποτα ποτέ δε θα προδοθεί από τα μυστικά που κουβαλούσαν, όταν τύχαινε να μιλήσουν μεταξύ τους δεν μιλούσαν ποτέ για πράγματα που αφορούσαν τη δική τους ζωή, μονάχα για ό, τι αφορούσε τη ζωή των άλλων. Όταν ερχόταν ο καιρός να δημιουργήσει κάποιος καινούργια οικογένεια, έπαιρνε μαζί του αυτό το μυστικό, που όμως δεν έπρεπε ποτέ να το μοιραστεί μονάχα να αποκτήσει ένα καινούργιο.
Μια μέρα έτυχε να βρεθεί σε αυτό το μέρος μία νεαρή πριγκίπισσα. Είχε βγει βόλτα με τις φίλες της και κάποια στιγμή απομακρύνθηκε μόνη της μέσα στο δάσος. Ακολουθώντας ένα μονοπάτι, μετά από πολλές ώρες βρέθηκε σε αυτό το απομονωμένο χωριό που τα ψηλά βουνά το έκρυβαν από τον υπόλοιπο κόσμο. Διάβασε την πινακίδα με το όνομα, «ΑΓΚΑΛΙΑ» κι ένιωσε αμέσως καλά. Δεν κατάλαβε πως η προφορά του ήταν διαφορετική και σκέφτηκε «Τι ωραίο όνομα, ένα χωριό μια αγκαλιά». Περπατούσε όμως πολλή ώρα και δεν είχε δει κανέναν άνθρωπο πουθενά, μόνο τα λιθόστρωτα στενά δρομάκια έβλεπε και τις κόκκινες σκεπές που ξεπρόβαλαν πίσω από τις ψηλές μάντρες που έκρυβαν τα σπίτια. Στην αρχή εντυπωσιάστηκε, δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο και γοητεύτηκε από την εικόνα αυτή που ήταν πολύ διαφορετική απ’ ό, τι είχε συνηθίσει να βλέπει στη δική της χώρα.
Στη χώρα της η πριγκίπισσα έμενε σ’ ένα όμορφο παλάτι γεμάτο κήπους και από το παράθυρο της αγνάντευε όλο τον ορίζοντα μέχρι τη θάλασσα. Όταν περπατούσε, μπορούσε να δει τις αυλές και τα σπίτια που είχαν τις πόρτες τους πάντα ανοιχτές και τους ανθρώπους που έμεναν εκεί και που πάντα τη χαιρετούσαν και της χαμογελούσαν. Στη χώρα της όλα ήταν φωτεινά και οι κήποι ήταν πάντα ολάνθιστοι με λουλούδια που όλοι μπορούσαν να δουν και να μυρίσουν το άρωμα τους.
Σ’ αυτό το παράξενο χωριό που βρέθηκε όμως όλα έμοιαζαν σκοτεινά γιατί τα ψηλά βουνά εμπόδιζαν το φως του ήλιου να φτάσει μέχρι εκεί. Οι ψηλές μάντρες των αυλών και τα στενά δρομάκια δεν άφηναν τίποτα να φανεί και έμοιαζαν με λαβύρινθο που την είχε παγιδεύσει μέσα του και δεν μπορούσε να βρει διέξοδο. Το όνομα του έμοιαζε κι αυτό τώρα πλάνη και παγίδα. Η πριγκίπισσα προσπάθησε να βρει κάποιον να ζητήσει βοήθεια και χτύπησε πολλές πόρτες, αλλά καμία πόρτα δεν άνοιξε.
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και φοβόταν πως θα έμενε μόνη μέσα στη νύχτα, αβοήθητη μπροστά σε κάθε κίνδυνο, στο κρύο και τα άγρια ζώα. Έκατσε σε μία γωνιά έσκυψε το κεφάλι της πάνω στα γόνατα της και άρχισε να κλαίει. Λίγο μετά άκουσε έναν περίεργο σιγανό θόρυβο, κρακ… κρακ… κρακ…. Σήκωσε το κεφάλι της και είδε πως δίπλα της είχε σταθεί ένα νεαρό παλικάρι που την κοίταζε. Ο θόρυβος χαμήλωσε μέχρι που δεν τον άκουγε πια. Ο νεαρός είχε θαμπωθεί από την ομορφιά της και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Είχε κι εκείνος ένα μυστικό όπως όλοι σε εκείνο το χωριό, αλλά είχε ξεχάσει ότι δεν έπρεπε να κοιτάζει τον άλλον στα μάτια.
«Ποια είσαι;» τη ρώτησε.
Καταλάβαινε πως δεν ήταν από εκείνο το μέρος γιατί εκεί όλοι ήξεραν ο ένας τον άλλον και όλοι λίγο πολύ έμοιαζαν μεταξύ τους. Φορούσαν σχεδόν τα ίδια ρούχα και είχαν το ίδιο βλέμμα, ένα βλέμμα ανέκφραστο που δεν χαμογελούσε ποτέ, γιατί όπως είπαμε ήξεραν ότι τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής και δεν έπρεπε να αφήσουν τίποτα να φανεί. Το ήξεραν από πολύ παλιά ότι τα μάτια μιλάνε πιο πολύ από τα χείλη, γι’ αυτό τα είχαν πάντα μισόκλειστα και σιγά-σιγά στο πέρασμα των χρόνων τα μάτια τους είχαν αρχίσει να μικραίνουν τόσο, που τώρα έμοιαζαν σαν δύο μικρές κουκίδες και χάνονταν πίσω από τα βλέφαρα που τα έκρυβαν.
Η Πριγκίπισσα είχε μεγάλα μάτια που έλαμπαν, δεν έμοιαζε με καμία άλλη κοπέλα που είχε δει ο νεαρός και δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της. Εκείνη παραξενεύτηκε βλέποντας τα δικά του και αυθόρμητα του είπε, «Έχεις πολύ μικρά μάτια, δεν έχω δει άλλον με τόσο μικρά μάτια».
Το παλικάρι ήξερε ότι δεν έπρεπε να λέει πολλά ούτε να δίνει απαντήσεις και εξηγήσεις, μπορούσε όμως να κάνει ερωτήσεις και μπορούσε να ακούει.
«Από πού ήρθες; Πως βρέθηκες εδώ;» τη ρώτησε.
Η πριγκίπισσα που ένιωθε μόνη και αβοήθητη ένιωσε καλύτερα, του είπε πως είχε χαθεί και άρχισε να του μιλάει για τη ζωή της, για τον τόπο της και την οικογένειά της. O νεαρός την άκουγε χωρίς να μιλάει κι όσο περισσότερο την άκουγε τόσο περισσότερο η κοπέλα αισθανόταν πως είχε βρει κάποιον που ενδιαφερόταν πραγματικά για εκείνη και άρχισε να νιώθει ασφαλής μαζί του. Όση ώρα του μιλούσε τον κοιτούσε και του χαμογελούσε και ο νεαρός που δεν είχε ξανασυναντήσει ένα τέτοιο πλάσμα είχε μαγευτεί.
«Εγώ θα σε βοηθήσω», της είπε και την οδήγησε έξω από το χωριό να βρει τους δικούς της.
Η πριγκίπισσα στη διαδρομή του είχε πει τα πάντα για τη ζωή της. Εκείνος ήξερε που θα τη βρει και από την επόμενη μέρα πήγαινε συνέχεια εκεί και περίμενε να τη δει στη βόλτα της, γιατί δεν έμενε πότε κλεισμένη στο παλάτι, αγαπούσε τη φύση, τους περιπάτους, αγαπούσε τον ήλιο και το φως και όλο τον κόσμο. Και ο κόσμος την αγαπούσε το ίδιο, γιατί ήταν πάντα γεμάτη χαρά και καλοσύνη και ήθελε να τη μοιράζεται με όλους.
Όταν είδε το παλικάρι που την περίμενε, χάρηκε για τη συνάντηση τους και από εκείνη την ημέρα ήταν συνέχεια μαζί. Τον πήγε στο παλάτι κι εκεί οι δικοί της τον καλοδέχτηκαν. Τον ευχαρίστησαν που είχε βοηθήσει την κόρη τους και του φέρθηκαν σαν να ήταν γιος τους. Του πρόσφεραν δώρα, του παραχώρησαν δωμάτιο στο παλάτι για να μένει και τον φρόντιζαν σαν να ήταν κι εκείνος πρίγκιπας.
Το παλικάρι και η πριγκίπισσα κυκλοφορούσαν κάθε μέρα παντού μαζί. Ο κόσμος τους είχε μάθει και τους χαιρετούσε και τους δύο με τον ίδιο σεβασμό. Η πριγκίπισσα αισθανόταν πως είχε βρει τον πρίγκιπα της κι ας μην ήταν πρίγκιπας κι έτσι τον αντιμετώπιζαν κι όλοι οι άλλοι. Εκείνος δεν είχε ζήσει ποτέ του τέτοιες τιμές και ήθελε να βρίσκεται συνέχεια δίπλα της, να χαίρεται τη προσοχή και τα χαμόγελα του κόσμου και να την ακούει χωρίς τίποτα να λέει. Αυτό για εκείνη ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη για το πόσο πολύ την αγαπούσε και πόσο πιστός της ήταν γιατί ήταν πάντα εκεί, πάντα δίπλα της και πάντα όταν του μιλούσε την άκουγε κι αισθανόταν πολύ τυχερή που την πρόσεχε τόσο πολύ. Κάποιες στιγμές όταν η ίδια δεν μιλούσε γιατί ήταν κουρασμένη, στεναχωρημένη ή θυμωμένη με κάτι, εκείνος συνέχιζε να μη μιλάει και τότε το μόνο που υπήρχε ήταν η σιωπή. Εκείνες τις στιγμές η πριγκίπισσα μπορούσε να ακούσει, όπως είχε ακούσει και την πρώτη φορά, έναν περίεργο, σιγανό μονότονο θόρυβο, «κρακ, κρακ, κρακ…» Δεν της άρεσε η σιωπή ούτε και αυτός ο ήχος που της έφερνε ανατριχίλα κι έτσι γρήγορα άρχιζε πάλι να μιλάει και να χαμογελά.
Μετά από λίγο καιρό έγινε ο γάμος τους. Όλα τα φρόντισε ο βασιλιάς και η βασίλισσα και η πριγκίπισσα ήταν πολύ χαρούμενη που μπορούσε να μοιραστεί τη ζωή της με τον πρίγκιπα της. Έφυγαν από το παλάτι και πήγαν σε ένα καινούργιο μέρος για να ζήσουν μόνοι τους.
Ο νεαρός με τα μικρά μάτια την πήγε σ’ ένα πολύ ψηλό πύργο μακριά από όλους. Την έβαλε στο πιο ψηλό δωμάτιο και της είπε πως αυτό θα ήταν το παλάτι της και πως από εκείνη τη στιγμή θα ζούσε εκεί για πάντα. Την επόμενη μέρα φεύγοντας πήρε τα κλειδιά μαζί του και της είπε πως το έκανε για την ασφάλεια της.
«Μην ανησυχείς από δω και πέρα για όλα θα φροντίζω εγώ», της είπε. «Τίποτα δε χρειάζεται εσύ να κάνεις».
«Κι αν θέλω να βγω έξω;» τον ρώτησε εκείνη σαστισμένη.
«Δε χρειάζεται να βγεις έξω,» της απάντησε.
«Αν θέλω να δω κόσμο και να μιλήσω με κάποιον;»
«Δε χρειάζεται να μιλάς με τον κόσμο, ο κόσμος είναι κακός».
«Αν θέλω να περπατήσω και να δω τη φύση;»
«Δε χρειάζεται να είσαι στη φύση, η φύση είναι γεμάτη κινδύνους».
«Αν θέλω να μαζέψω φρούτα για να φάω;»
«Δε χρειάζεται να κουράζεσαι, θα σου φέρνω εγώ. Τίποτα δε χρειάζεται εσύ να κάνεις, θα τα κάνω όλα εγώ και δε χρειάζεται να ξαναβγείς έξω, εδώ είσαι ασφαλής. Μόνο εγώ σε αγαπώ και σε νοιάζομαι και για να μη ξεχαστείς κι ανοίξεις την πόρτα θα παίρνω το κλειδί μαζί μου».
Το παλικάρι έφευγε κάθε μέρα, έλειπε όλη την ημέρα κι ερχόταν στον πύργο μόνο για να κοιμηθεί. Η Πριγκίπισσα έμενε συνέχεια μόνη της γιατί δεν είχε κανέναν άλλον κοντά της. Τον περίμενε και όταν εκείνος επέστρεφε τον ρωτούσε γεμάτη χαρά και ανυπομονησία να μάθει για τον κόσμο. Εκείνος τότε της έλεγε για τους πολέμους που γίνονταν, για τις αρρώστιες και τα άγρια αρπακτικά που κυκλοφορούσαν έξω και πόσο κακός και σκοτεινός ήταν ο κόσμος.
«Μην ανησυχείς όμως, εδώ είσαι ασφαλής και θα σε προσέχω εγώ. Είσαι τόσο τυχερή που είμαι εδώ για σένα να σε προστατεύω και που τίποτα δε χρειάζεται να κάνεις εσύ».
Και μετά σταματούσε να της μιλάει και καθόταν να φάει. Έτρωγε πάντα πάρα πολύ γρήγορα. Η πριγκίπισσα δεν είχε δει ποτέ της άλλον άνθρωπο να τρώει τόσο γρήγορα. Το θέαμα της φαινόταν πολύ περίεργο, αστείο αλλά και άσχημο μαζί.
«Φάε πιο αργά», του έλεγε. «Μην τρως τόσο γρήγορα, έχεις όσο χρόνο θες, γιατί βιάζεσαι τόσο πολύ;»
Κι εκείνος την κοιτούσε με τα μικρά του μάτια, που όσο περνούσε ο καιρός μίκραιναν ακόμα περισσότερο, δεν της απαντούσε και μετά συνέχιζε να τρώει ακόμα πιο γρήγορα.
Η πριγκίπισσα λίγο καιρό μετά, γέννησε ένα όμορφο αγόρι που ήταν όλος ο κόσμος για εκείνη κι ένιωσε μεγάλη ευτυχία. Το παλικάρι τώρα της έλεγε πως όταν έλειπε, έπρεπε να κλείνει και τα παράθυρα για να μην μπει κάποιο άγριο ζώο μέσα και κατασπαράξει το μωρό τους. Ο καιρός περνούσε και πολλές φορές όταν εκείνος δεν ήταν μαζί της, η πριγκίπισσα έκλαιγε. Όταν όμως επέστρεφε και τον έβλεπε, χαμογελούσε ξανά και του έλεγε πόσο της έλειπε η συντροφιά του και πόσο ήθελε να δει ξανά τα δέντρα και τα λουλούδια, να μιλήσει με τους ανθρώπους και να κάνει κάτι για να νιώσει πως προσφέρει κι εκείνη τη βοήθεια της στο σπίτι και στους άλλους.
«Εγώ προσπαθώ τόσο πολύ για να είσαι ασφαλής, για να μη σου λείψει τίποτα, για να φέρνω φαγητό να φας εσύ και το παιδί μας κι εσύ δεν είσαι ευχαριστημένη και ζητάς κι άλλα; Όλα στα προσφέρω, πως μπορείς να είσαι τόσο αχάριστη και τίποτα να μην εκτιμάς;» της έλεγε και τα μικρά του μάτια μίκραιναν κι άλλο.
Η πριγκίπισσα μετά αισθανόταν άσχημα που είχε σκεφτεί πως ήθελε κάτι περισσότερο από αυτό που ήδη είχε. Πως μπορούσε να μη νιώθει ευτυχισμένη και να θέλει κάτι ακόμα, όταν είχε τον κόσμο όλο στο πρόσωπο του όμορφου μωρού της και του άντρα που είχε σταθεί δίπλα της σαν πρίγκιπας, να την ακούει και να την κρατά ασφαλή κρατώντας καλά κλεισμένη την πόρτα του πύργου για να την προφυλάξει από τον πόλεμο, την πείνα, τις αρρώστιες, το μίσος των ανθρώπων και τα άγρια θηρία που υπήρχαν εκεί έξω; Και χαμογελούσε ξανά κι έκλαιγε πάλι στα κρυφά γιατί δεν ήθελε να είναι αχάριστη ούτε να τον στεναχωρεί. Έπαιρνε αγκαλιά το μωρό της, το γέμιζε χάδια και φιλιά, γελούσε, του έλεγε ιστορίες, έπαιζε μαζί του και ζωντάνευε έναν ολόκληρο κόσμο μπροστά του και το μωρό μεγάλωνε χαρούμενο και μάθαινε τα πάντα.
Τα βράδια στο κρεβάτι όταν όλα ησύχαζαν και το παλικάρι κοιμόταν, η Πριγκίπισσα συνέχιζε να ακούει κάποιες φορές τον περίεργο ήχο, «κρακ… κρακ … κρακ …» που δυνάμωνε όλο και περισσότερο και διαρκούσε όλο και πιο πολύ. Κάποια στιγμή του το είπε. Εκείνος έσκυψε το κεφάλι κι έκλεισε τα μάτια του.
«Η ιδέα σου είναι», της απάντησε.
«Μα το ακούω», του είπε
«Πως ακούς κάτι που δεν υπάρχει;»
Τα χρόνια περνούσαν και το μωρό μεγάλωσε κι έγινε ένα όμορφο παλικάρι. Μια μέρα έφυγε από τον πύργο για να γνωρίσει τον κόσμο. Από την πριγκίπισσα ήξερε ήδη πάρα πολλά και ήταν έτοιμο να τα δει όλα από κοντά χωρίς τίποτα να φοβάται. «Πήγαινε να δεις τα δέντρα και τα λουλούδια, τα ποτάμια και τη θάλασσα, το χαμόγελο των ανθρώπων, να ανακαλύψεις ό, τι υπάρχει, να βρεις τις ομορφιές του κόσμου και να τις ζήσεις», του είπε όταν τον αποχαιρετούσε.
Όταν το παλικάρι έφυγε, ένιωσε πως ήταν η ώρα να ανοίξει κι εκείνη την πόρτα και να ξαναδεί όλα αυτά που είχε αφήσει έξω μένοντας τόσο καιρό κλεισμένη στον πύργο. Ένα μεσημέρι που ο άντρας της κοιμόταν βρήκε το κλειδί, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω.
Περπάτησε για πολύ ώρα και κανένα άγριο θηρίο δεν εμφανίστηκε στο δρόμο της. Όλα ήταν όμορφα και ήρεμα όπως τα θυμόταν. Κανένας πόλεμος δεν ακουγόταν πουθενά και οι άνθρωποι που έβλεπε, όλοι της χαμογελούσαν. Τα δέντρα ήταν γεμάτα ώριμα φρούτα, μπορούσε να κόβει μόνη της και να τρώει ό, τι ήθελε και οι άνθρωποι που συναντούσε τη γέμιζαν δώρα. Ήταν όλα φωτεινά κι εκείνη ακόμα πιο φωτεινή, ακτινοβολούσε από τη χαρά και την αγάπη που δεχόταν. Γύρισε στον πύργο πάρα πολύ χαρούμενη και τον φώναξε να του δείξει ό, τι είχε φέρει.
«Κοίτα» του είπε. «Κοίτα πόσα φρούτα μάζεψα και πόσα δώρα έφερα μαζί μου. Είναι όλα τόσο όμορφα εκεί έξω. Είμαστε τυχεροί που βγήκα και τώρα μπορούμε να τα χαρούμε μαζί. Ο πόλεμος φαίνεται πως σταμάτησε, οι αρρώστιες εξαφανίστηκαν και τ’ άγρια θηρία έφυγαν. Παντού υπάρχει ειρήνη, υγεία και ηρεμία. Υπάρχει ασφάλεια, αγάπη και αφθονία και μπορούμε να είμαστε κι εμείς ήρεμοι, χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Μπορούμε να τα έχουμε όλα και να μη φοβόμαστε τίποτα. Τώρα πια δε χρειάζεται να φροντίζεις μόνο εσύ για όλα, μπορώ κι εγώ να βγαίνω έξω, να φροντίζω μόνη μου τον εαυτό μου και να σε βοηθάω να μην κουράζεσαι τόσο».
Η πριγκίπισσα ακούμπησε όλα τα δώρα που έφερε στο τραπέζι, γελούσε και χόρευε και άνοιξε όλα τα παράθυρα να μπει μέσα το φως του ήλιου και ο καθαρός αέρας. Ο άντρας της δε μιλούσε, δεν την κοιτούσε στα μάτια, δε χαμογελούσε και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο περίεργος ήχος, «κρακ… κρακ … κρακ….»
«Ακούς αυτόν τον θόρυβο;» τον ρώτησε τότε η πριγκίπισσα.
«Τίποτα δεν ακούω, το φαντάζεσαι», απάντησε εκείνος σοβαρός.
Ο θόρυβος όμως γινόταν όλο και πιο δυνατός και συνεχιζόταν κάθε μέρα. Οι μέρες περνούσαν και η πριγκίπισσα συνέχιζε να βγαίνει έξω και να κάνει τη βόλτα της, γιατί τώρα που είχε δει πως στον έξω κόσμο όλα ήταν καλά, η πόρτα δε χρειαζόταν να είναι κλειδωμένη. Όταν όμως επέστρεφε στον πύργο και πήγαινε κοντά στον άντρα της, άκουγε εκείνον τον θόρυβο που γινόταν όλο και πιο έντονος κι έβλεπε τα μάτια του να γίνονται όλο και πιο μικρά, η σιωπή του μεγαλύτερη κι όταν έτρωγε, έτρωγε όλο και πιο βιαστικά.
Μια μέρα εκείνος θυμωμένος, πήρε ξανά το κλειδί και κλείδωσε την πόρτα χωρίς να της πει τίποτα.
«Γιατί κλειδώνεις ξανά;» τον ρώτησε ξαφνιασμένη. «Και τι είναι αυτός ο ήχος που ακούγεται ασταμάτητα και διαρκώς δυναμώνει;»
«Εσύ φταις,» της απάντησε.
«Γιατί;»
«Γιατί άνοιξες την πόρτα, γιατί βγήκες έξω, γιατί άλλαξες τα πράγματα και δεν είναι όπως έπρεπε να είναι. Γιατί έφερες το φως, εκεί που έπρεπε να είναι σκοτάδι, γιατί έφερες φωνές και γέλια εκεί που έπρεπε να υπάρχει σιωπή, γιατί όλα έπρεπε να είναι όπως ήταν πριν για να είναι εντάξει».
«Μα είναι όλα εντάξει», του απάντησε η πριγκίπισσα. «Τι εννοείς;»
«Εσύ φταις», της είπε ξανά ακόμα πιο θυμωμένος. « Άνοιξες την πόρτα, ενώ η πόρτα αυτή έπρεπε να μένει κλειστή».
Η πριγκίπισσα δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έπρεπε να μένει κλειστή αφού όλα ήταν ήρεμα και καλά.
Εκείνο το βράδυ στο τραπέζι ο άντρας της καταβρόχθισε το φαγητό του πιο γρήγορα από κάθε άλλη φορά κι έμοιαζε να το καταπίνει σχεδόν αμάσητο. Δεν του είπε τίποτα, όσα χρόνια κι αν του το έλεγε ποτέ δεν έκανε κάτι για ν’ αλλάξει αυτή την τόσο περίεργη συνήθεια, δεν μπορούσε όμως άλλο να τον βλέπει να τρώει με αυτόν τον τρόπο, δεν της φαινόταν καθόλου αστείο πια. Γύρισε το πρόσωπο της αλλού. Εκείνος τελειώνοντας όπως πάντα πρώτος το γεύμα του, σηκώθηκε από το τραπέζι, την άφησε μόνη της και πήγε να κοιμηθεί.
Μέσα στη νύχτα κι αφού είχαν κοιμηθεί και οι δύο, η πριγκίπισσα ξύπνησε από έναν πολύ άγριο σαματά που ακουγόταν κάτω από τα σκεπάσματα. Τρομαγμένη σήκωσε το πάπλωμα και είδε την κοιλιά του άντρα της να κουνιέται σαν να υπήρχε κάτι μέσα της που πάλευε να βγει. Στο δεξί μέρος της κοιλιάς του, είχε παρατηρήσει από χρόνια ότι υπήρχε ένα περίεργο εξόγκωμα και τώρα αυτό το περίεργο εξόγκωμα κουνιόταν ασταμάτητα. Λίγο μετά έκαναν την εμφάνιση τους κι άλλα εξογκώματα πάνω στην κοιλιά του που κινούνταν συνέχεια και ο θόρυβος μεγάλωνε όλο και πιο πολύ, χωρίς σταματημό. «Κρακ… κρακ … κρακ. Κρακ … κρακ… κρακ …»
Η πριγκίπισσα φώναξε, προσπάθησε να ξυπνήσει τον άντρα της, αλλά εκείνος δεν άνοιγε τα μάτια του και δεν την άκουγε όσο κι αν φώναζε. Το μόνο που είδε να ανοίγει ήταν η κοιλιά του και μέσα από κει είδε να προβάλουν δύο μεγάλες δαγκάνες που ανοιγόκλειναν ακατάπαυστα κάνοντας τον θόρυβο που άκουγε όλα εκείνα τα χρόνια.
Ένας τεράστιος κάβουρας είχε φωλιάσει εκεί και κινούσε τις δαγκάνες προς το μέρος της και η πριγκίπισσα κατάλαβε πως από αυτόν προερχόταν ο θόρυβος που άκουγε από την αρχή όταν ήταν κοντά του. Κατάλαβε πως για αυτό έτρωγε τόσο γρήγορα, αφού στην κοιλιά του ζούσε αυτό το πλάσμα που τρεφόταν από ό, τι εκείνος έβαζε στο στόμα του. Σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι, απομακρύνθηκε από κοντά του και είδε πως οι δαγκάνες δεν έβγαιναν εντελώς από την κοιλιά του σαν να μη μπορούσαν, σαν να ήταν κολλημένες μέσα στο στομάχι του και μονάχα ανοιγόκλειναν προς το μέρος της. Τότε έπαψε να φοβάται γιατί έβλεπε πως δεν μπορούσαν να την πλησιάσουν, δεν μπορούσαν να της κάνουν κανένα κακό κι όταν απομακρύνθηκε αρκετά, συνειδητοποίησε πως αυτές οι δαγκάνες ήταν η προέκταση του και πως αυτός ο κάβουρας είχε φωλιάσει εκεί μέσα τόσα πολλά χρόνια, που είχε γίνει ένα σώμα μαζί του και δεν μπορούσε πια να χωριστεί από εκείνον. Ο άντρας που είχε απέναντι της όχι μόνο δεν ήταν πρίγκιπας, όπως ήθελε πάντα να τον βλέπει, αλλά ούτε καν μεταμορφωμένος σε κάβουρα, ήταν πραγματικός κάβουρας και καβουρόψυχος.
Έμεινε όλη τη νύχτα ξάγρυπνη. Έκλαψε πολύ. Αναλογίστηκε όλα τα χρόνια που είχε περάσει δίπλα σε αυτόν τον άνθρωπο, όλα τα χρόνια που είχε πιστέψει πως ήταν ένας αληθινός πρίγκιπας που την αγαπούσε και ήθελε το καλό της. Θυμήθηκε όλες τις σιωπές του που εκείνη ερμήνευε σαν αφοσίωση και προσοχή και κατάλαβε πως τίποτα δεν ήξερε στ’ αλήθεια για αυτόν τον άντρα που δεν αναγνώριζε πια. Κάποια στιγμή τα δάκρυα στέρεψαν και όταν εκείνος ξύπνησε το πρωί, την είδε απορημένος να τον κοιτάζει μ’ ένα βλέμμα που δεν είχε ξαναδεί. Ο κάβουρας και οι δαγκάνες του είχαν κλειστεί ξανά μέσα στην κοιλιά του, τίποτα δεν πρόδιδε ό, τι είχε συμβεί. Ξαφνικά θυμήθηκε τα λόγια των παλιών, το μυστικό που δεν έπρεπε να μαθευτεί και βιάστηκε να κοιτάξει γρήγορα αλλού μην τυχόν και τα μάτια του το προδώσουν, όμως η πριγκίπισσα είχε δει τις δαγκάνες και το μυστικό του είχε ήδη μαθευτεί.
Όλα είχαν ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν, όταν ο άντρας αυτός ήταν μικρό παιδί. Τα καλοκαίρια έμενε με την οικογένεια του σε μια μικρή καλύβα στο βουνό δίπλα σε ένα ποτάμι. Ένα βράδυ το ποτάμι υπερχείλισε και η καλύβα γέμισε με μικρά καβούρια που τρύπωσαν από τις χαραμάδες. Τα μικροσκοπικά καβούρια περπατώντας σιγά σιγά πήγαν κοντά τους κι όσο η οικογένεια κοιμόταν στρωματσάδα στο πάτωμα μπήκαν μέσα τους, έφτασαν μέχρι τη κοιλιά τους και φώλιασαν εκεί. Το ίδιο συνέβη με πολλές ακόμα οικογένειες σε εκείνο το χωριό.
Κανείς τους δεν είχε καταλάβει τι είχε γίνει, μέχρι που λίγο μετά όλοι τους άρχισαν να νιώθουν μια μεγάλη πείνα που τους έκανε να τρώνε πάρα πολύ γρήγορα κι άρχισαν να βλέπουν περίεργα εξογκώματα πάνω τους, που άλλοτε εμφανίζονταν κι άλλοτε χάνονταν. Σιγά σιγά ο μικρός κάβουρας που είχε μπει στον καθένα τους έγινε ένα μαζί τους κι εκείνοι φρόντιζαν να τον ταΐζουν και να τον κρατάνε ήσυχο γιατί σε αυτά τα καβούρια άρεσε μονάχα η ησυχία και το σκοτάδι. Με τον καιρό οι άνθρωποι αυτοί τα συνήθισαν τόσο πολύ, που δεν καταλάβαιναν πια πως τα κουβαλούσαν μέσα τους φτάνει να τους έδιναν φαγητό, ησυχία και σκοτάδι.
Στον πύργο όμως δεν υπήρχε πια σκοτάδι και στην πριγκίπισσα δεν υπήρχε φόβος για να την κρατάει άλλο σε αυτό το σκοτάδι. Υπήρχε μόνο χαρά και γι’ αυτό ο κάβουρας είχε ταραχτεί και χτυπούσε τις δαγκάνες του όλο και πιο δυνατά. Ο κάβουρας εκείνος που είχε μπει μέσα στον άντρα της όταν ήταν παιδί, είχε καταλάβει όχι μόνο το σώμα, αλλά μαζί το μυαλό και την ψυχή του και κανένα φιλί ή μαγικό ραβδί δεν μπορούσε πια να τον αλλάξει γιατί όσο θόρυβο κι αν έκαναν οι δαγκάνες του και όσο φαγητό και σκοτάδι να ζητούσε, εκείνος δεν τις άκουγε και τίποτα απ’ ό, τι γινόταν δεν αντιλαμβανόταν. Για εκείνον όλα ήταν φυσιολογικά, τίποτα δεν ήταν παράξενο κι αν ήταν ο ίδιος παράξενος, αυτή ήταν πια η φύση και ο κόσμος του.
Η πριγκίπισσα όταν συνειδητοποίησε την αλήθεια και κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να αλλάξει αυτό που συνέβαινε, ήξερε ότι δε γινόταν να μείνουν άλλο μαζί. Τώρα που είχε μάθει πως ήταν ένας καβουρόψυχος και είχε δει τις δαγκάνες που ανοιγόκλειναν μέσα του, δεν μπορούσε να τον δει ξανά όπως τον έβλεπε όλα τα χρόνια που είχε ζήσει μαζί του κι εκείνος που μόνο θυμό αισθανόταν για την αποκάλυψη που είχε γίνει, δεν μπορούσε πια να συγκρατήσει το πλάσμα που ζούσε μέσα του και είχε αφηνιάσει.
Ο άντρας της που δεν ήταν ούτε πρίγκιπας ούτε νεαρός πια, έμεινε με τον κάβουρα που είχε γίνει ένα μαζί του και γύρισε πίσω στο σπίτι που μεγάλωσε και στο παράξενο χωριό με τους παράξενους κατοίκους με τα πολλά μυστικά. Σε εκείνο το σπίτι όλοι τους είχαν το ίδιο μυστικό, τίποτα δε χρειαζόταν να αλλάξει και από κανέναν δε χρειαζόταν να κρύβεται.
Η πριγκίπισσα έμεινε μόνη της, αλλά από τη στιγμή που πήρε το κλειδί κι άνοιξε την πόρτα μαζί με το μυστικό για τον καβουρόψυχο άντρα της έμαθε κι ένα άλλο μυστικό που ήταν πιο σημαντικό. Έμαθε πως δε χρειαζόταν κανέναν για να την φροντίζει και κανέναν να κλειδώνει την πόρτα της. Ξαναγύρισε στην όμορφη χώρα της εκεί που το φως ήταν παντού και οι αυλές ανοιχτές, ξαναβρήκε το παλάτι της κι έφτιαξε κι άλλο παλάτι ακόμα καλύτερο. Γνώρισε χαρούμενους και φωτεινούς ανθρώπους που τους άρεσε να βλέπουν το χαμόγελο της και να ακούν τα γέλια της και δε χρειαζόταν πια να κάνει ησυχία, γιατί δεν υπήρχαν καβουρόψυχοι δίπλα της.
Δεν της έλειπε τίποτα, ήταν σίγουρη και δυνατή και δεν είχε ανάγκη κανέναν για να την κάνει να νιώσει ασφαλής και να μη φοβάται. Η πριγκίπισσα δεν έκλαψε ποτέ ξανά ούτε αισθάνθηκε ξανά ενοχές για όλα όσα ήθελε να έχει. Χαιρόταν την ευτυχία της και ήταν περήφανη για τη ζωή της και τον γιο της, που στο μεταξύ είχε γίνει ένας πολύ δυνατός νέος χωρίς φόβους και χωρίς να κουβαλάει μυστικά.
Μια μέρα, όταν καθόλου δεν την απασχολούσε πια, γνώρισε έναν αληθινό πρίγκιπα που η αγάπη του έκανε την κάθε της μέρα ακόμα πιο όμορφη. Ήταν μεγαλόψυχος και γενναιόδωρος, την εμπιστευόταν και μοιραζόταν τα πάντα μαζί της και χαιρόταν να τη βλέπει ελεύθερη και χαρούμενη. Στάθηκε σύντροφος και συνοδοιπόρος στη ζωή της και το ίδιο στάθηκε κι εκείνη για εκείνον κι έζησαν αυτοί καλά… κι εμείς καλύτερα χωρίς καβουρόψυχους, δαγκάνες και μυστικά.
…και να ξέρετε ότι οι καβουρόψυχοι έχουν θέση μόνο στα παραμύθια και ότι πριγκίπισσες και πρίγκιπες- ας μη γίνονται ταίρι- υπάρχουνε στ’ αλήθεια… και είναι οι ελεύθεροι άνθρωποι, που έχουν όνειρα, πίστη, δύναμη και φλόγα μες τα στήθια.
Λίγα λόγια για τη Ζωή Αποστόλου:
Η Ζωή Αποστόλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αλιβέρι Ευβοίας. Ο άνθρωπος, οι διαπροσωπικές σχέσεις και η θέση του στο σύνολο ήταν πάντα το κεντρικό σημείο του ενδιαφέροντος της και οι ανθρωπιστικές επιστήμες ήταν μονόδρομος. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Από το 1992 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Η συγγραφή είναι ο πιο δημιουργικός τρόπος αυτοέκφρασης της, ένα ταξίδι γνώσης και εξέλιξης και ένας τρόπος να ανακαλύψει και αποκαλύψει πτυχές των ανθρώπων και της πραγματικότητας. Καταλυτική στάθηκε το 2019 η συνάντηση της με τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό στο σεμινάριο δημιουργικής γραφής που δίδασκε. Το πρώτο της μυθιστόρημα «Το κεντρί» εκδόθηκε το 2021 και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος. Την ίδια στιγμή περιπλανιέται και σε άλλα μονοπάτια της τέχνης, καθώς κάθε μορφή τέχνης είναι δημιουργία, σύνθεση, αφαίρεση, μετουσίωση και διείσδυση στα βάθη της ύπαρξης και της ζωής και αυτό είναι που την ενδιαφέρει.
Λίγα λόγια από το ΣημειΩματάριο:
Ο Λογοτεχνικός Μαραθώνιος διοργανώθηκε από το περιοδικό ΣημειΩματάριο με γνώμονα τη διάδοση της λογοτεχνίας και την επίτευξη αλληλεπίδρασης μέσω αυτού του κοινού άξονα, δράση που ουδεμία σχέση έχει με διαγωνισμούς και αμειβόμενες προωθητικές ενέργειες
Το περιοδικό ΣημειΩματάριο έχει θέσει ως όρο για τη συμμετοχή στον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο τη σύμπλευση των κειμένων με τους κανόνες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και την άρτια επιμέλειά τους. Ως εκ τούτου, δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο και την εμφάνιση των κειμένων που θα δημοσιευτούν, αν και θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για την ταύτισή τους με τους όρους του περιοδικού.
Πηγή φωτογραφίας – βιογραφικού: Ζωή Αποστόλου
Επιμέλεια παρουσίασης: Άννα Ρω
