Ανάμεσα σε απολογισμούς η ποίηση. Στο ΣημειΩματάριο του Γιώργου Αλεξανδρή
ΣΤΗ ΣΩΣΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΩΡΑ
Τότε που οι καιροί περνούσαν βιαστικοί
κι εμείς βγαίναμε να λογαριαστούμε μαζί τους
με ανόθευτα όνειρα και αξόδευτες προσδοκίες,
ξέραμε πως ανηφορίζουμε και δεν προλαβαίναμε
ούτε να τους διαβούμε με τα πρώιμά μας χρόνια
ούτε και να τους σημαδέψουμε στις ζεστές πολιτείες
που ριζώναμε στις μεγάλες του κόσμου απλωσιές.
Επιμέναμε όμως, μαζί με τόσους, να πιστεύουμε
πως θα καταφέρουμε να τους κρατήσουμε
ως ιερή σύνοψη και ιστορίας επιταγή
και να αντιστεκόμαστε στην ύποπτη ανακούφιση
που μας οδηγούσε η καλόβολη παραδοχή,
πως είναι προτιμότερη η δική μας προσαρμογή
απ’ της ανάγκης των καιρών την αλλαγή.
Ακόμη και τώρα που οι καιροί φεύγουν αθόρυβοι,
κι εμάς μας βαραίνει της εμπειρίας η γνώση
απ’ τις μικρές και μεγάλες αποτυχίες και διαψεύσεις,
συνεχίζουμε να διεκδικούμε και να δημιουργούμε
το δικαίωμα στο όνειρο και την ουτοπία,
εναρμονίζοντας της ζωής το σκοπό
με της ψυχής την ελευθερία και το χρέος.
Με την κάθε γενιά ν’ αρέσκεται σε επινοήσεις,
ν’ ανακαλύπτει πως γεννιέται και φεύγει νωρίς,
να υποκύπτει σε μεμψιμοιρίες γι’ αυτούς που έφυγαν
και να υπαινίσσεται γι’ αυτούς που θα έρθουν,
ας συνεχίσουμε γενναιόψυχα, απλά και χωρίς υπερβάσεις,
να βλέπουμε στη γενναιοδωρία της φύσης και της ζωής
πως ήρθαμε και ζούμε στη σωστή και στη δική μας ώρα.
ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
[ Αθήνα 6−12−08.
Σκοτώνουν ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι.
Το δικό μας αγόρι, το παιδί του κόσμου.
Επειδή επέμενε να ζει στον κόσμο των παιδιών
και η εξουσία δε συγχωρούσε παρατάσεις στη χώρα των ονείρων.
Ήταν επικίνδυνο. ]
Αγόρι μου,
που σε μεγάλωνα με πεθυμιές κι ανάσες
κι ονειρευόμαστε μαζί στου ήλιου το κατόπι,
να ’ναι η ζωή σου ανατολή κι οι μέρες σου δοξάρι,
πώς έγινε και βιάστηκες στο λιόγερμα να φτάσεις,
χωρίς σεργιάνι στην αυλή, στου κόσμου τα περβόλια,
χωρίς αγνάντιο σε στρατί ψηλά από παραθύρι!
Αγόρι μου,
στο ματωμένο στήθος σου, στα σφαλιστά σου μάτια,
σημάδεψαν το όνειρο τ’ αβόλευτο της νιότης,
αυτό που εγώ ζωγράφιζα και θέριευε σε σένα,
να μας νυχτώσουν την ψυχή, το νου να μας φοβίσουν,
της μέρας γύρισμα ζεστό να μην αφουγκραστούμε,
γιατ’ είναι η ζωή μας μέτρημα και οι καιροί δικοί τους!
Αγόρι μου,
οργίστηκαν οι γειτονιές και πλάτυναν οι δρόμοι,
ανέσπερο φως σε έδειξαν, παιδί του κόσμου σ’ είπαν.
Πού νa ’βρω κουράγιο να τους πω, σοφία να μαρτυρήσω,
πως κάθε μέρα πέθαινες στη μοναξιά μαζί τους,
πως κάθε πρωί και μια βολή κι απόγνωση η νύχτα
γιατ’ είναι πολλοί αυτοί που ως λάφυρο θα σε πανηγυρίσουν!
ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ
Μπροστά από την πραμάτεια γυρολόι.
Κεφάλια σκυμμένα και ώμοι γερτοί,
πολύφερτα χέρια και πρόσωπα σκαμμένα,
που αδειάζουν την ψυχή τους
στην προσδοκία και την απειλή,
που ξορκίζουν τον αδιόρατο φόβο
μ’ ευχές και καλημέρες,
που ζυγιάζουν την ανάγκη
με παρακαλετά κι ασύνορες βρισιές
για θεούς και ανθρώπους,
αναμετριούνται απ’ το πρωί
με της ζωής το χρέος.
Γόργεψε την αλητεία της η μέρα,
κι έγινε ο δρόμος κοίτη χωρίς όχθες.
Σέρνεται τ’ ανθρωπομάνι στριμωγμένο,
αργοκίνητο, βουβό κι αξόμπλιαστο
με μάτια στεγνά χωρίς ορίζοντα
κι μ’ ένα σφυροκόπο νου
να καρφώνει της ψυχής τ’ απομεινάρια
και να συναρμολογεί τα συντρίμια
σε μια άσκοπη διαδρομή,
για του χρόνου και τη δική του αγυρτεία,
έτσι διαλυμένος που φάνταζε και κενός
γιατί έπρεπε από κάπου να πιαστεί.
Κι εσύ μοίραζες το γέλιο και το δρόμο
κι άνθιζες μεσοστρατίς γυναίκα.
Ευτύχησε στο ξάφνιασμα η αγορά
κι αντίφεξε στα μάτια τους η χαρά.
Γλύκανε κι αυτός ο νους
καθώς έγειρε στο όνειρο δειλά
και τόλμησε εχέμυθα να πει
πως είσαι και δική τους.
Κι αφέθηκες να σε τρυγούν
με σεβασμό κι αποδοχή
πως δεν είναι κτήμα η ομορφιά,
παρά αντίδωρο, απλόχερα μοιρασμένη.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ
Άδειασαν οι μέρες από απαντοχές και βλέψεις
γίναν τα όνειρα ενοχές και μοναξιά η ευθύνη,
δάχτυλο τεντωμένο η σιωπή και αποποίηση η οργή
αφού τα στερνά, τ’ ανέσπερα , τα θορυβώδη χρόνια,
αθησαύριστα σπαταλήθηκαν σε ομόφρονες συνάξεις.
Χάθηκε κι αυτή η περισυλλογή στην απορία,
τ’ ανάκρουσμα τ’ ασύμβατου στην άγνοια σβήνει
και γίνεται τ’ ανάθεμα μακριά πομπή και λιτανεία
αφού η απόσταση της ομήγυρης του στοχασμού
είναι μικρή από τ’ αλόγιαστο , τ’ ανώνυμο το πλήθος.
Μα αυτός αρνητής του συμβιβασμού και της υποταγής,
βγήκε αναδρομάρης στης ιστορίας τις μαρτυρίες,
στάθηκε σύνδικος στης συνείδησης τις οχλήσεις
κι αναμετρήθηκε με μια ξέσκεπη καθημερινότητα
ρημαγμένη στη μεθόδευση και τη συναλλαγή.
Για το χθες, που επικαλούνται ευσχήμονες άρπαγες ταγοί,
για το σήμερα που λεηλατείται στη δοξασία και την εμμονή,
για το αύριο που καραδοκείται από σωτήρες και αυθεντίες ,
δυο ώμοι την καθημερινότητα ελαφρότερη ν’ αντέχουν
στην αλήθεια, την ανθρωπιά και την προοπτική.
Η ΠΛΗΣΜΟΝΗ ΤΟΥ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ
Κι όταν αναρωτιόμουν για τ’ ανερμήνευτο της χαράς,
την τόση αγαλλίαση στης ψυχής τη δοκιμασία,
ερχόσουν πολύφερνη με μάγια και μαρτυρίες,
εικόνα άχραντη λυτρωτική στο θράσος των ονείρων
και λόγος αψεγάδιαστος στου λογισμού την τόλμη.
Με το μακάριο βλέμμα σου γύμνωνες τους μύθους μου,
τον ίσκιο σου στέριωνες μ’ ένα χαμόγελο ταπεινό
καθώς μου ‘λεγες πως η απόλυτη χαρά και ευτυχία,
δρόμοι είναι μικροί, περπατημένοι κι αντάμωμα κοντινό,
απλές ιστορίες, συνηθισμένες του λίγου και του μοναδικού.
Σε πεθύμησα αρχέγονη μήτρα έρωτα και ζωής,
σε λαχτάρησα ξάφνιασμα αναπάντεχου ερχομού
κι έφτανες ιέρεια για τελετή σε σύναξη αγγέλων,
απόκοσμη μουσική, εκστατικός χορός και πνεύμα
απ’ των θεών το άναρχο και το αιώνιο των ανθρώπων.
Αρχή του ουρανού η αγκάλη σου και η ματιά σου αυγή,
στα χείλη σου, ανεπιτήδευτο φιλί η σύνοψη του κόσμου
καθώς μου μάθαινες τη μυστική κορύφωση της αγάπης
στην πλησμονή του ελάχιστου, στη σίγαση του πάθους,
να ‘ναι η πληρότητα αρετή κι εμείς ο εαυτός μας.
https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/to-simiomatario-toy-giorgoy-alexnadri
