Fouilles Καλοκαίρι 1970
-.-
Οι πρώτες μέρες
Το ξυπνητήρι κουδουνίζει χωρίς έλεος, στις εξίμισυ ακριβώς.
-Bonjour Tania, στέλνει μια νυσταγμένη καλημέρα η Berenice από το απέναντι κρεβάτι.
Η δέκατη μέρα στις ανασκαφές στην Κρήτη, μόλις ξεκινάει. Αρχίζει να τής αρέσει η καθημερινή ρουτίνα. Ξύπνημα νωρίς, πρωινό με τους άλλους αρχαιολόγους γύρω από το ορθογώνιο μακρύ τραπέζι στην βεράντα κι ύστερα δουλειά. Ο καθένας τους βρίσκει το πόστο του, όπως ήταν καθορισμένο.
Tην πρώτη μέρα, είχαν δείξει στην Τάνια την δικιά της θέση.
-Αποκαλύπτουμε μία μινωική βίλα κάποιου αξιωματούχου, τής είπαν. Κοίταξε αυτό που απόμεινε από έναν τοίχο.
-Πρέπει να συνεχίσουμε, ν αποκαλύψουμε ολόκληρη την αίθουσα και να καταγράψουμε τις ακριβείς διαστάσεις της.
Σκηνικό, μια σκαμμένη τάφρος, δύο εργάτες σκυφτοί, διπλωμένοι στα δύο, μία πτυσσόμενη πολυθρόνα, ένα μικρό τραπέζι κι από πάνω μία ομπρέλα πλαζ για σκιά. Κι ολόγυρα ήλιος να πυρπολεί τα πάντα.
Η Τάνια κάθισε στην πολυθρόνα, ήταν συγκινημένη. Προχώρησε στις συστάσεις.
-Καλημέρα, με λένε Τάνια. Ήρθα από την Αθήνα. Χαίρομαι που θα δουλέψουμε μαζί.
-Ήντα κάνεις Τάνια; Εγώ είμαι ο Νικήτας κι αυτός ο Μανούσος.
Εκείνη κρυφοχαμογελάει στο άκουσμα της κρητικής προφοράς. Βολεύεται καλύτερα στην πάνινη πολυθρόνα.
-Δουλεύετε καιρό , εδώ στην ανασκαφή.,
-Ου, ου! Εδώ και πολλά χρόνια! Μένουμε στο διπλανό χωριό, στο Βραχάσι. Τον χειμώνα δουλεύουμε για τον δρόμο που τον στρώνουν άσφαλτο. Τα καλοκαίρια ερχόμαστε εδώ στις ανασκαφές, στους ξένους.
Η Τάνια παρατηρεί μέσα στο σκάμμα τα χαρτάκια που δείχνουν τα διάφορα στρώματα γης. Τρέμει μήπως κάνει κάποιο λάθος. Οι δύο άντρες σκάβουν και σηκώνουν ένα σύννεφο σκόνης.
-Είμαι αρχαιολόγος εγώ, δεν πτοούμαι από την σκόνη, δίνει κουράγιο στον εαυτό της.
Ψάχνει ολόγυρα με τα μάτια, να βρει το ημερολόγιο όπου σημειώνουν κάθε ώρα την πορεία της ανασκαφής. Το σηκώνει από το χώμα σκονισμένο κι αρχίζει να το ξεφυλλίζει. Όλα είναι γραμμένα στα γαλλικά. Σήμερα είναι η σειρά της να γράψει.
-Πρέπει να είμαι προσεκτική, μην κάνω κανένα λάθος και τους απογοητέψω.
Η ματιά της πέφτει στον Herve, πιο μακριά. Κάθεται κι αυτός στην δική του πάνινη καρέκλα, μερικά μέτρα πιο εκεί. Τα πόδια του είναι τεντωμένα και σταυρωμένα μπροστά στους εργάτες που σκάβουν αργά, σιωπηλοί.
-Θα τού κάνω μια ερώτηση, για να είμαι σίγουρη.
Σηκώνεται αποφασιστική και τον πλησιάζει.
-Πώς πάει, Herve., Nα σού κάνω μια ερώτηση.,
-Ναι Τάνια, σ ακούω.
-Πώς ν αρχίσω σήμερα να γράφω στο ημερολόγιο των ανασκαφών., Έχεις κάτι να μού προτείνεις., Είναι η πρώτη μου φορά, ξέρεις.
Έσπρωξε λίγο το καπέλο του προς τα πίσω και την κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του. Ένα κακό χαμόγελο αχνοφαίνεται στις άκρες των χειλιών του.
-Μπορείς ν αρχίσεις κάπως έτσι. Ένα ζεστό ιουλιάτικο πρωινό, ξύπνησα και τεντώθηκα νωχελικά. Ο ήλιος έκαιγε υπερβολικά, καθώς πλησίαζα στον χώρο της ανασκαφής…..
Δεν αντέχει να τον ακούει άλλο. Τελικά, δεν θα την βοηθούσε κανείς. Απομακρύνεται χωρίς καν να του μιλήσει και γυρίζει στην πολυθρόνα της. Θα πρέπει να τα ανακαλύψει όλα μόνη της.
-Ποιος νομίζει ότι είναι ο παλιογάλλος., Ήρθε να δουλέψει στον τόπο μας και μάς κάνει τον έξυπνο., Κρίμα κι εγώ τον συμπαθούσα και τον θαύμαζα.
Η φωνή του Μανούσου την ξάφνιασε.
-Τάνια, εμείς τα καθαρίσαμε. Τώρα πρέπει να έρθεις εσύ με το βουρτσάκι.
-Τι καλός ο Μανούσος. Νιώθει την απειρία και την ταραχή μου και θέλει να με βοηθήσει. Διακριτικά όμως, χωρίς να φαίνεται. Τι διαφορά με τον Herve.
O Herve ήταν ο πρώτος άνθρωπος που είχε συναντήσει όταν έφτασε στον χώρο της ανασκαφής. Δούλευαν μαζί και στην Αθήνα. Όμως στην ανασκαφή όλα ήταν διαφορετικά.
-. –
Η προσαρμογή
Ζούσαν μια κοινοβιακή ζωή, μαζί μέρα και νύχτα Το σπίτι ανασκαφών ήταν βαμμένο λευκό, σε σχήμα Γ. Τα δωμάτιά τους στην σειρά και μπροστά τους μια σκεπαστή βεράντα, σ όλο το μήκος του Γ. Οι περισσότεροι αρχαιολόγοι ήταν εκεί με τις οικογένειές τους. Μόλις έφτασε, τράβηξε την προσοχή της μια υφαντή κούνια μ ένα μωρό μέσα, που ήταν κρεμασμένη στο κλαδί μιας χαρουπιάς. Η μαμά, καθισμένη δίπλα κάτω από την σκιά, διάβαζε ένα βιβλίο.
-Γεια σου Τάνια, τι κάνεις;
-Γεια σου Herve. Tί όμορφα που είναι εδώ.
-Μόνη σου ήρθες., Έχεις γκόμενο;
Τα έχασε και δεν ήξερε τι ν απαντήσει. Δεν καταλάβαινε στα γαλλικά την λέξη jules. Αργότερα, τής εξήγησε η Berenice πώς έτσι λένε τον γκόμενο στην γαλλική argot. Αποφάσισε να εγκαινιάσει ένα τετράδιο όπου σημείωνε τις λέξεις στην argot και δίπλα την μετάφρασή τους. Αυτό έκανε κάθε βράδυ στο δωμάτιο που μοιραζόταν με την Berenice, πριν κοιμηθεί. Κατάλοιπο κι αυτό από την μεθοδικότητα που τους μάθαιναν στο σχολείο οι Γαλλίδες καλόγριες.
Jules – γκόμενος, έγραφε στο τετράδιο κι ύστερα το αποστήθιζε. Δεν άργησε να καταλάβει ότι οι άντρες συνάδελφοί της διασκέδαζαν να της μιλάνε argot στα γαλλικά και να γελάνε με την αμηχανία της. Το αυτοκίνητο, ένα μικρό Ρενώ που είχαν για τις ανάγκες στην ανασκαφή, οι Γάλλοι το έλεγαν la bagnole, δηλαδή η σακαράκα, όπως τής εξήγησε η φίλη της η Berenice. Κι εκείνη έγραφε το βράδυ στο τετράδιό της. Σακαράκα, λένε το αυτοκίνητο.
Είχε πια καταγράψει έναν σημαντικό αριθμό από τις λέξεις τους στο τετράδιό της και μπορούσε να τις καταλαβαίνει γρήγορα. Είχε περάσει πια η εποχή, όταν τους άκουγε αμήχανη και πάσχιζε να αποκρυπτογραφήσει τι έλεγαν.
-Και μας είχαν πει ότι μιλάς πολύ καλά γαλλικά, σιγομουρμούριζε ο Herve, με ένα διφορούμενο χαμογελάκι. Όσοι συνάδελφοι ήταν παρόντες ολόγυρα, την κοίταζαν με συγκατάβαση σαν χορός αρχαίας τραγωδίας.
Ήρθε και η σειρά της κάποια μέρα. Έπρεπε να πάρει το παλιό Ρενώ, να πάει στο χωριό, τρία χιλιόμετρα μακριά και να παραλάβει στο ταχυδρομείο την επιταγή που έστελναν από την Αθήνα, για τα έξοδα της αποστολής.
Στον γυρισμό, επαναλάμβανε συνέχεια την φράση που θα τους έλεγε. Την είχε ετοιμάσει πολύ προσεκτικά, Τους βρήκε καθισμένους γύρω από το μεγάλο μακρόστενο τραπέζι. Ήταν η ώρα της μεσημεριανής παύσης.
–Γεια σου Τάνια! Όλα καλά;
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
-Ναι. Πήρα το σαράβαλο, βρήκα στο χωριό τον τυπαρά και φέρνω το μπαγιόκο!
Η αντίδρασή τους δεν ήταν αυτή που περίμενε. Ξέσπασαν όλοι τους σε τρανταχτά γέλια που δεν έλεγαν να κοπάσουν. Όταν πια σταμάτησαν, μίλησε συγκρατώντας μόλις τα δάκρυά της.
-Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Πώς θέλετε να σάς μιλάω επιτέλους ; Όταν χρησιμοποιούσα τα γαλλικά που γνώριζα, δεν δείχνατε να σάς αρέσει. Όταν μιλάω όπως εσείς, γελάτε. Διαλέξτε πια. Τί προτιμάτε; Έκανα κόπο να μάθω τα δικά σας γαλλικά, ξέρετε.
Μέσα στην σιωπή που ακολούθησε, η Claire, μια γλυκιά γυναίκα αρχαιολόγου, ανέλαβε να τής εξηγήσει. Τής μιλούσε σοβαρή, με σεβασμό σχεδόν.
-Άκου Τάνια. Όλοι εκτιμάμε τα γαλλικά σου. Δουλεύεις και γράφεις σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική σου και το κάνεις πολύ καλά. Τα αγόρια εδώ, μερικά, ξεκίνησαν την argot σαν ένα παιχνίδι και σιγά σιγά το διασκέδαζαν. Τώρα όμως, αυτό το παιχνίδι ήρθε η ώρα να σταματήσει.. Ένα παιχνίδι δεν είναι καλό, αν δεν διασκεδάζουν όλοι. Και μια εξήγηση. Πριν λίγο, γελάσαμε όλοι, γιατί στα χείλη σου, Τάνια, η argot μοιάζει πολύ αστεία. Συνέχισε να μάς μιλάς με τα δικά σου γαλλικά, αυτά που σού έμαθαν οι καλόγριες και…..συγνώμη.
Κι είναι αλήθεια ότι τις τρεις τελευταίες μέρες, κανείς πια δεν την φέρνει σε δύσκολη θέση. Οι Γάλλοι χρησιμοποιούν πάντα την argot μεταξύ τους, αλλά κι η ίδια η Τάνια δεν ταράζεται. Μπολιάζεται σιγά σιγά στο κλίμα της ανασκαφής. Αρχίζει να νιώθει πολύ πιο άνετα.
https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simeiomatario-tis-manias-fertaki
https://pixabay.com/illustrations/seashells-sink-sand-sea-malus-bc-4846258
