You are currently viewing Αχαρτογράφητα ίχνη, στο ΣημειΩματάριο της Μαρίας Σωτηροπούλου

Αχαρτογράφητα ίχνη, στο ΣημειΩματάριο της Μαρίας Σωτηροπούλου

Τομή.

Προσοχή στο κενό.

Μου λέει το κενό.

Σπίτια δρόμοι.

Αναπόδραστα.

Είναι ένα παιχνίδι που παίζω με το τίποτα.

Καμιά φορά με το λίγο.

Μην ανακατεύεστε λέω στα φώτα και στα φωτάκια στους φακούς και στα φεγγαράκια.

Κάνω ότι το μηδέν είναι στερέωμα.

Κι αυτό μεγάλο πιάνεται .

Θέσει ακλόνητο.

Εγώ φύσει αυταπόδεικτη.

Κι έτσι υψώνοντας τη νύχτα στο ύψος της

λύνω ένα θεώρημα.

Για αδιάβαστους λύτες.

Λογοπαίγνιο.

Για να μας διασκεδάσω.


Έντεκα και ένα.

Με κούραζαν οι συμβουλές.

Να λέω το φως που έσβησε τάχα ταξίδι

Και πως δήθεν έτσι

Δεν θα λέω το σβησμένο φως
Άδειο.

Κι όλες αυτές οι δάκρυνες μέρες που μεσολαβούν;

Αυτές τι να τις λέω.

Εκεί στο μεγάλο λεξικό των δρόμων

δεν έχει τίποτα.

Επιστρέφω από άλλη θλίψη.

Για να μη δω το κλειστό παράθυρο.

Την πράσινη κουρτίνα θα την μαντεύω πια πίσω από το άδειο.
Τι να τη λέω: την υφασμάτινη μαντεψιά;

Πως να προσφωνώ τα ξέφτια;

Τα απλωμένα ρούχα θα μυρίζουν χρυσάνθεμα.

Ένα παιδί θα φωνάζει τη μαμά του να αφήσει ανοιχτό το φως γιατί οι νύχτες μεγαλώνουν.

Τι να τα λέω τα χρυσάνθεμα;

Φθινοπωρινό αστείο;

Μόνο τα παιδιά γελάνε και πιστεύουν ότι το αναμμένο φως είναι το αντίδοτο στις μεγάλες νύχτες.

Κοπάδια από αποδημητικά τσιγάρα θα φεύγουν από το φωτάκι του απορροφητήρα.

Και το βιτρό στο παράθυρο δεν θα ανοίγει διάλογο με τον ήλιο.

Ο καθρέφτης στο χολ της εισόδου θα καθρεφτίζει σκόνη.

Και θα καθρεφτίζεται η φωτογραφία μας.

Τι να τη λέω τη σκόνη;

Το μεγάλο γυάλινο ποτήρι.

Πιστό σκυλί πάνω στο χαλάκι του τραπεζιού.

Να τεντώνει τ’ αυτιά του, μήπως ακούσει βήματα.

Που δεν θα το χαϊδεύει κανείς.

Και σταφύλια και μήλα και κανέλα.

Τι να τη λέω τη ζάχαρη που πίκρισε;

Τι γλυκό φτιάχνει κανείς με την σπασμένη Κυριακή;

Τι να την κάνω τη ζακέτα μου αν κρυώνω από μέσα μου;

Και τι λάκκους νερού να αποφύγω

που όλα είναι αδιάβροχο;

Τη βροχή που χάζευα να πέφτει στο φανάρι του δρόμου,

να τη λέω σπασμένη ομπρέλα;

Ό,τι δεν θα ξαναδώ πώς να το πω;

Τι γλυκό φτιάχνει κανείς με το βάζο του γλυκού που έσπασε;


Ηλιοτρόπια.

Είχα ένα μικρό σημειωματάριο.

Κι έσβηνα μέρες.

Τις κύκλωνα κι επέστρεφαν μεγάλα κύματα.

Καφές με γεύση πικραμύγδαλο.

Κύκνοι πάνω από τα χέρια μου.

Κίτρινα ηλιοτρόπια.

Γέφυρες από παράξενα ονόματα .

Αταίριαστα σύμφωνα.

Στη στέγη ζούσε ένα φωτεινό παράθυρο.

Κι ένας γάτος κοιμόταν στα πλακάκια της κουζίνας.

Λουλούδια με προέλευση το κόκκινο βουλιαγμένο.

Έσβηνα μέρες.

Γενέθλιες.

Κουρτίνες από άσπρη ομίχλη με άρωμα από τσάι του ανεμόμυλου.

Παίζω κρυφτό με την πόλη.

[Τη φυλάνε δύο αστερισμοί.

Πικιπικιράμ.

Επίμονος ο ένας.

Μακρινός ο άλλος.]

Μπισκοτένια με γεύση από μέλι.

Ξύλινα σπιτάκια φτιαγμένα από καπνό.

Κρατούσα στα χέρια μου έναν Οκτώβρη.

Και του έπλεξα δώδεκα τσουκνίδες.

Μετά τις πέταξα ψηλά.

Χωρίς να μιλήσω.


Βιογραφία.

Διδακτική ιστορία τα φύλλα.

Παρασύρουν τη θάλασσα ως τον ωκεανό.

Το ποτάμι ως την όχθη.

Το μήλο ως τον ύπνο.

Τ’ αστέρια ως την κυρίαρχη σκόνη.

Φύλλα τσαγιού για τη θύμηση.

Φύλλα δάφνης για τη λήθη.

Πέφτει ένα εδώ
Σπάει ένα εκεί.

Περίληψη.

Ένα κίτρινο.

Ανάμεσα τους άνεμοι.

Αμετάφραστοι ως πρόθεση.

Ταχυδρομείο της βροχής.

Ασύμπτωτα

Βρέχει.

Νυχτώνει
Και
Νυχτώνει
Και νυχτώνει.

Ώσπου μία μέρα νυχτώνει νωρίς.

Κάπου σου παραπέφτει το ένα και ξαφνικά σε έχει βρει το δάσος.

Ώσπου μία μέρα ξημερώνει αργά.

Ενδιάμεσα.

Κρότος.

Που συνθλίβει το βήμα.

Ρούχα.

Τόσο μάταια.

Γραμματόσημα αγεωγράφητων λυγμών.

Σημείο ένωσης.
Αρμός.

Υπενθύμιση

ονόματος που έπεσε χωμάτινο ως το φθινόπωρο.

Και τέλος τελεσίγραφο.

Σύντομο.

Επείγον.

Διπλωματικό.

Αδιάλλακτο.

Τι έχασες;

Ρωτάει ο καιρός.

Διδακτική ιστορία τα φύλλα.

Απ’ όλες τις απαντήσεις σε ερωτήματα
Κρίσιμων στιγμών.

Διαλέγουν την πιο σύντομη.

Εκπίπτουν.

Ως την ύπαρξη τους.


Πιθανότητες.

Μία μητέρα είχε απλώσει το μωρό της στο πεζοδρόμιο.

Περνούν από πάνω τους περαστικοί βιαστικά με τα χέρια στις τσέπες.

Στέκομαι κάτω από το μεγάλο πέτρινο ρολόι.

Τυλιγμένοι προσκλήσεις και κρατώντας στις τσέπες τους φιόγκους από μικροσκοπικούς κόσμους περνάνε.

Στην ψηλή τσιμεντένια κολώνα αναγγέλλονται αναχωρήσεις κι υπενθυμίσεις και ζωές που νοικιάζονται.

Στέκομαι κάτω από το ρολόι.

Ο καπνός του απογεύματος τρένο που μας σφυρίζει.

Άηχα.

Μήπως έχετε ένα τσιγάρο ν’ ανάψω ένα τραγούδι;

Ούτε με άλλαξε η μέρα ούτε την άλλαξα.

Καμιά φορά την βαριέμαι.

Έτσι ασήμαντη κι ακαθόριστη.

Αναμένεται να εξέλθει την ίδια πάντα ώρα.

Όταν νυχτώνει.

Σας βρίσκεται μήπως πρόχειρο ένα φως να σβήσω μια ανάμνηση;

Καμιά φορά ξέρω πως κάποιος έσπρωξε την αποβάθρα.

Απονενοημένα.

Κλαίγοντας.

Καμιά φορά ξέρω πως κάπου κάποιος έκλαψε.

Αθόρυβα ολόφωτος σαν τούνελ.

Πέφτοντας.

Πολλές φορές τίποτα απ’ αυτά.

Στέκομαι και στοιχηματίζω.

Μετρώντας τα ρέστα μου.

Στο μεγάλο ανταλλακτήριο.

Ποντάρω πάντα στους δειλούς.

Στους απόντες.

Στους περαστικούς περίκλειστους στα καλογυαλισμένα νύχια τους.

Ποτέ δεν με απογοητεύουν.

Με διαψεύδει μόνο.

Μία λέξη εδώ, μία παύση εκεί.

Μου αποδίδει τα μέγιστα να επενδύω σε ό,τι ανταλλακτικά εφημερεύει.

Με μηδενικό ρίσκο.

Ποντάρω στη μοναξιά των αθώων.

Στην αντικειμενική αξία των ενοικιαστών.

Στην ησυχία των αστάθμητων συντελεστών.

Σε κάτι που κάποιος πέταξε.

Σε κάτι που κάποιος ήταν.

Μήπως τυχαίνει να κρατάτε πάνω σας μισό φεγγάρι, που θέλω κάτι να θυμηθώ;

Καμιά φορά τίποτα απ’όλα αυτά.

Επειγόντως μόνο θέλω να φύγω.


Το ΣημειΩματάριο της Μαρίας Σωτηροπούλου

Πηγή φωτογραφιών: Μαρία Σωτηροπούλου

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Μαρία Σωτηροπούλου

Σωτηροπούλου Μαρία. Γεννημένη φθινόπωρο αλλά η καρδιά μου ανήκει στο καλοκαίρι. Μπορώ να στερηθώ τα απαραίτητα αλλά όχι τα ποιήματα. Κι ηθοποιός δεν σημαίνει φως. Σημαίνει μεγεθυντικός φακός στο σκοτάδι. Στον ελεύθερο χρόνο μου, εμπορεύομαι μήλα για τον επιούσιο

Αφήστε ένα σχόλιο