Ευτυχία
Πέρασε αναπάντεχα μπροστά μου
μ` ένα σκισμένο φόρεμα
ψάθινο καπέλο χωρίς κορδέλα
κι ένα ματσάκι λουλούδια
στα δρύινά της πόδια.
Στα στήθια της μια χοντρή σταγόνα ιδρώτας
και στα δάχτυλά της σκυφτοί οι έρωτες
γλύφανε το σώσμα του χρόνου.Άδικα περνάει σκέφτηκα τίποτα από την αίγλη της δεν έχει σωθεί
άργησε
δεν χωράει πια σ` αυτόν τον κόσμο.
Μα εκείνη όλο ερχόταν
μ` ένα φτερό κι ένα διστακτικό χαμόγελο κρεμασμένο στων ματιών της τα τσίνορα∙
με τη γλώσσα της, να ανεμίζει τα επτά της γράμματα
και τ` αυτιά της κλειστά στου ονόματός της τους φθόγγους.
Ευτυχία, είπε τελικά
μα δεν της άπλωσα το χέρι
ήρθες αργά μόνο τής ψέλλισα,
ούτε εσύ θέλεις
μα ούτε κι εγώ μπορώ
να αψηφήσω για το χατήρι σου τόσα πυρπολημένα λάβαραΠηγή της φωτογραφίας: https://commons.wikimedia.org/w/index.php?search=%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C&title=Special:MediaSearch&go=Go&type=image
