Στο ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ της Νικολέττας Σικαλιά
Εγώ από μικρή ζαλιζόμουνα, στα καράβια, στα λεωφορεία, στα τρένα, στ` αεροπλάνα, στα γαϊδούρια, γενικά σ` ό,τι κινιότανε.
Πριν δέκα χρόνια κι ύστερα από πολύ ζόρι πήρα την απόφαση να πάω στην Ιταλία όπου σπούδαζαν δυο αγαπημένα μου δίδυμα ανιψάκια, η Μαρία κι η Καιτούλα. Πήρα τα χαπάκια μου κι ούτε που κατάλαβα πότε έφτασα. Μέχρι εδώ όλα καλά.
Αφού λοιπόν με ξενάγησαν τα ανιψάκια στα αξιοθέατα της Ρώμης, την τρίτη μέρα της διαμονής μου είχαν τη φαεινή ιδέα να πάμε σε Λούνα Παρκ. Τι λέτε ρε παιδιά, τους είπα; Εγώ σε Λούνα Παρκ; Το ώριμον της ηλικίας μου-ήμουνα τότε γύρω στα πενήντα- απλά δεν μου το επιτρέπει, άσε που από μικρή φοβόμουνα αυτού του είδους τη διασκέδαση. Μα τι λες, μου ανταπάντησαν. Το Λούνα Παρκ είναι για κάθε ηλικία. Ίσως για κάθε ηλικία, αλλά όχι για τον καθένα, είπα με τη φωνή μου να σβήνει ελαφρά και να χάνεται στην ιταλική φωτεινή ατμόσφαιρα. Εγώ λοιπόν που είμαι ο καθένας, συνέχισα, ανακτώντας λίγη από την αυτοκυριαρχία μου, και ανακατεύομαι μόνο που τα βλέπω όλα αυτά να γυρίζουν γύρω- γύρω, δεξιά αριστερά πάνω κάτω, αποκλείεται να `ρθω. Άντε πηγαίνετε μόνα σας καλά μου. Τα καλά μου όμως ήταν πεπεισμένα πως έπρεπε να επιμείνουν κι έτσι επέμειναν. Ήθελαν βλέπετε να μου προσφέρουν μια δυνατή συγκίνηση. Τι να κάνω κι εγώ, με τα πολλά πείστηκα, φόρεσα τα ωραία κόκκινα γοβάκια μου, το άνετο μπλου τζιν μου, το άσπρο μου πουκάμισο και να ΄μαστε κι οι τρεις στο Λούνα Παρκ.
Εκείνα ήταν χαρούμενα και ενθουσιασμένα -παιδιά βλέπετε-. Εγώ όμως ήμουνα σκιαγμένη, έψαχνα τόπο να κρυφτώ, να μη βλέπω. Αυτό το μέρος μου φάνταζε επικίνδυνο και δαιμονισμένο. Όταν τους το είπα, γελάσανε με την καρδιά τους, δε με πήρανε στα σοβαρά, ήμουνα αστεία λέει. Κοτζάμ γυναίκα και να φοβάμαι ακόμα και να τα βλέπω;
Τότε μου πρότειναν να ανέβουμε σε κάτι βαρέλια που ήταν συνδεδεμένα πάνω σ` έναν τροχό κι έκαναν έναν κάθετο κύκλο όπως ο νερόμυλος. Πολύ σκοτάδι βρε παιδιά, τους είπα. Δεν πειράζει, μου απάντησαν εκείνα μ΄ ένα στόμα μια ψυχή. Καλύτερα σκοτάδι να μη βλέπεις κιόλας τίποτα, αφού φοβάσαι. Βρε αγαπημένα μου, τους ξανάπα, τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι, λαγός την φτέρη έτριβε κακό της κεφαλής του, κι άλλες τέτοιες παροιμίες, -πού τις θυμήθηκα- αλλά τ` αγαπημένα μου επέμεναν. Τι να κάνω κι εγώ; Τελικά ενέδωσα. Εντάξει τους είπα, αλλά είσαστε βέβαιες ότι πάει μονάχα πάνω κάτω; Δεν ήτανε βέβαιες, το κατάλαβα από την έκφρασή τους, αλλά δεν περίμενα και την απάντησή τους, γιατί σκέφτηκα πως πολύ το είχα κουράσει το θέμα και πως ίσως ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να αντιμετωπίσω επιτέλους το φόβο μου. Ίσως ήταν η ευκαιρία να δικαιώσω τη μάνα μου που ύστερα από την πρώτη και τελευταία φορά που είχα ανεβεί- οχτάχρονη τότε- στη «Μπαλαρίνα» συνήθιζε να μου τονίζει: «Κάνε πάντα αυτό που φοβάσαι».
Άντε πάμε, είπα γενναία. Πάμε κι ο Θεός βοηθός.
Πληρώσαμε κι ανεβήκαμε τα σκαλάκια που οδηγούσαν στο βαρελόμυλο. Κοιτάξαμε γύρω να δούμε τον υπεύθυνο που θα μας έβαζε μέσα στο βαρέλι αλλά αυτός ήταν πασχολημένος με κάτι ριψοκίνδυνα μικρά και τη μαμά τους.
Αποφασίσαμε τότε κι εμείς να ανοίξουμε το βαρέλι μόνοι μας και να επιβιβαστούμε. Μπήκαμε μέσα και κλείσαμε την πόρτα. Μόλις κλείσαμε την πόρτα, το απόλυτο σκοτάδι. Η Μαρία κι η Καιτούλα κάθισαν μαζί. Εγώ απέναντί τους.
Δεν σας βλέπω, αναφώνησα ελαφρά αναστατωμένη. Τι σύμπτωση, ούτε κι εμείς, είπαν και γέλασαν. Με κοροϊδεύανε τα παλιόπαιδα. Ύστερα από κανα δυο λεπτά, ο τροχός άρχισε να κινείται προς τα πάνω. Εγώ είχα μαζευτεί στο κάθισμά μου, είχα αγκαλιάσει την τσάντα μου και την έσφιγγα στο στήθος σαν κάτι γριούλες που φοβούνται μην τη χάσουνε. Όχι βέβαια ότι εγώ φοβόμουνα μην τη χάσω αλλά είχα την ανάγκη από κάπου να πιαστώ. Κακή επιλογή, πολύ κακή επιλογή.
Ξεκίνησε η άνοδος κι εγώ αφουγκραζόμουνα θορύβους. Σε κάθε ταλάντευση του βαρελιού άκουγες αχ! Ωχ! Ώπα! Μηηηηη! Και τα παλιόπαιδα γελάγανε. Ξαφνικά, εκεί που είχα αρχίσει να συνηθίζω τις ταλαντεύσεις, ο τροχός σταματάει. Τι έγινε είπα; Τώρα πρέπει να πηδήξουμε; Κακακακακα τα γέλια οι μικρές. Τουλάχιστον δεν έχεις χάσει το χιούμορ σου. Το χιούμορ μου μπορεί να μην το είχα χάσει αλλά τη γη κάτω απ` τα πόδια μου, μεταφορικά και κυριολεκτικά, ναι!
Με το που έγινε αυτή η σκέψη μου παρελθόν, έγινε και η μεγάλη ανατροπή. Ένοιωσα τα ανιψάκια, τα καλά κι αγαπημένα μου παλιόπαιδα να πέφτουν με δύναμη επάνω μου. Μέχρι να συνειδητοποιήσω τι είχε γίνει, ξεκολλάνε από πάνω μου κουτρουβαλάνε πίσω στο χώρο και πέφτω πάνω τους εγώ. Δεν ξέραμε ποιος είναι ποιος. Ωχ το χέρι μου έλεγε ο ένας, ωχ το κεφάλι μου ο άλλος ,ωχ το μάτι μου ο τρίτος. Έψαχνα τα πόδια μου και τα χέρια μου. Πιάνω ένα πόδι στο σκοτάδι και την ίδια στιγμή αναφωνώ ωχ! το πόδι μου. Δεν είναι το δικό σου απάντησε μια φωνή, το δικό μου είναι. Και ποια είσαι εσύ ρωτάω με κομμένη ανάσα. Η Μαρία είμαι, είπε η φωνή. Ποια Μαρία είπα εγώ, έχουμε Μαρία;
Εκείνη τη στιγμή κι ενώ το δαιμονισμένο βαρέλι έπαιρνε τις τούμπες του μαζί με μας, ακούω μια φωνή-ποια να `τανε ποιος ξέρει- να λέει: Έπρεπε να δεθούμεεεεεεεεεε. Τώρα το λες ανηψούδι της συμφοράςςςςςςςςςςςςςς και της κατρακύλαςςςςςςςςςςς; Τώρα; Τώρα είν` αργάααααααααα. Και σ` αυτή την περίπτωση δεν κόλλαγε το κάλλιο αργά παρά ποτέ.
Πάει, σκέφτηκα, ο Θεός μας ξέχασε. Εδώ θ` αφήσουμε τα κοκαλάκια μας. Και δε θα μείνει και κανείς να πει την ιστορία. Αλλά χρειάζεται να τους την πει και κανείς; Θα την μαντέψουνε και πάρα πολύ εύκολα μάλιστα. Θα πούνε: Δυο χαζά ανίψια και μια ηλίθια θεία που ξεχάσανε να δεθούνε. Έτσι απλά και case closed. Τι ντροπή!
Αχ! Θεούλη μου, καλέ Θεέ των ανοήτων κάνε το θαύμα σου. Κάνε να σταματήσει τούτο το καταραμένο πράμα και θα σου φέρω μια λαμπάδα ίσα με το μπόι του. Έτσι είπα και ξαφνικά ωωωωπ το βαρέλι έπαψε να κινείται. Θαύμα! Θαύμα! Έκανα ξεψυχισμένα. Αχ καλέ μου Θεέ γιατί δε στο ζητούσα νωρίτερα; Θα `χαμε γλιτώσει τούτη τη στραπατσάδα. Τι θαύμα βρε Θεία, είπε μια φωνή ξεψυχισμένα. Απλά τέλειωσε ο γύρος. Και τι γίνεται όταν τελειώνει ο γύρος, ρώτησα έντρομη. Μας ανοίγουν και βγαίνουμε είπε η ίδια ή η άλλη φωνή με κόπο.
Η απάντηση με καθησύχασε. Αργούσαν όμως και τα βογγητά μας άρχισαν να συνοδεύονται κι από ανησυχία: Θα μας ανοίξουν, δε θα μας ανοίξουν; Γιατί δε μας ανοίγουν; Λες να κερδίσαμε κι άλλο γύρο, είπε ένα από τα ανιψάκια. Τι ήτανε να το πει; Άρχισα να φωνάζω σαν τρελή. Πού βρήκα τόση δύναμη; Ούτε κι εγώ ξέρω. Μέσα σε δευτερόλεπτα ανοίγει η πόρτα κι ένας έκπληκτος Ιταλιάνος μας κοίταζε χωρίς να πιστεύει στα μάτια του. Βγήκαμε στα τέσσερα, κι οι τρεις. Είχαμε τα χάλια μας αλλά τουλάχιστον είχαμε σωθεί. Εγώ αφού κατάφερα και σηκώθηκα, κοίταξα τον Ιταλιάνο και στο μυαλό μου ήρθε ο δεύτερος Παγκόσμιος κι ο Μουσολίνι και το «ΟΧΙ» του Μεταξά και του πέταξα στα μούτρα τα μόνα Ιταλικά που ήξερα. «Ιταλιάνοι μαφιόζοι» του είπα.
Δεν του άρεσε καθόλου. Μήπως και γω του το πα για να του αρέσει; Σκασίλα μου! Να μην του αρέσει και θα τα πούμε στον Τρίτο Παγκόσμιο. Μα τι σκεφτόμουνα Θεέ μου; Ούτε που ήξερα. Τα βαλβιδάκια του εγκεφάλου σίγουρα την είχανε πάθει τη ζημιά τους.
Τελικά τη γλιτώσαμε μεν, με αρκετούς μώλωπες και ελαφρά στραμπουλήγματα δε. Κάτσαμε κάτω από ένα δέντρο να συνέλθουμε. Κοίταξα με το μαλλί αναχεντρωμένο και το μάτι μισό τα ανιψάκια και τα ρώτησα: Κανένα σχόλιο; Ουδέν σχόλιον μου απάντησαν, και κοιτάξανε με τεταμένο ενδιαφέρον πέρα το γαλανό ορίζοντα. Ωραία είπα, και μείναμε μ` αυτή τη λέξη: Ωραία! Όχι, αν μπορούσαν, ας λέγανε και κάτι διαφορετικό.
Ύστερα απ΄ αυτό το πάθημά μου, το κατώφλι του σπιτιού δεν είχε τη χαρά να δει ξανά τα ωραία κόκκινα γοβάκια μου να το πατούν και να το ομορφαίνουν. Δεν πήγα πουθενά! Έμενα σπίτι και μαγείρευα συνέχεια. Παστίτσιο, μουσακά, γεμιστά, κριθαράκι με μοσχάρι, φρικασέ με χοιρινό, φασολάκια με πατάτες, λαζάνια με τυριά. Εφτά φαγητά, εφτά μέρες, και την όγδοη έφυγα.
Τα ανιψάκια τα συγχώρησα, όχι γιατί είμαι καλός άνθρωπος αλλά γιατί έφαγαν όλα τα φαγητά μου και τους άρεσαν, έτσι είπαν τουλάχιστον. “Θα τα πούμε στην Ελλάδα σε τρεις μήνες” μου φώναξαν, καθώς έμπαινα στο ταξί για το αεροδρόμιο.
Και τα είπαμε στην Ελλάδα σε τρεις μήνες, και τους είχα μια υπέροχη έκπληξη. Εμένα, στο λούνα παρκ του Αλίμου, πάνω στη μπαλαρίνα, μόνη μου, χωρίς φόβο, χωρίς πάθος και χωρίς κανένα λάθος, να χορεύω στα φουστάνια της. Πανέτοιμη να κατακτήσω τη χαρά στα λούνα παρκ όλου του κόσμου.
Έστω και αργά ήμουνα βέβαιη πως η μάνα μου θα ήτανε περήφανη για μένα.
Αντί βιογραφικού: Είμαι η Νικολέττα Σικαλιά και λέω ΝΑΙ σ’ αυτή και σε κάθε άλλη ζωή!
Πηγή φωτογραφίας ; https://pamebolta.gr/sites/default/files/photo_4_2.jpg
