You are currently viewing Των ονείρων και της άνοιξης, στο ΣημειΩματάριο του Γ. Αλεξανδρή

Των ονείρων και της άνοιξης: Τέσσερα ποιήματα στο ΣημειΩματάριο του Γ. Αλεξανδρή

ΑΝΟΜΟΛΟΓΗΤΑ
Ξυπόλητα πρωινά, μέρες γυμνές και χρόνοι δικασμένοι,
ασπούδαστα χορικά και κομμοί μιας τραγωδίας ελέους,
σε μια κρυφή χορεία ενοχών μ’ ανέστιες ευθύνες.
Κι εμείς αγύρτες των ηθών και των καιρών πραματευτές,
ξαρμάτωτοι στον πανικό κι αφρόντιστοι στη δίνη,
μονολογούμε βέβηλα και φωνασκούμε άδειοι,
με αμήχανο βηματισμό και φλοιωμένα λόγια,
απαίδευτη γενιά κι αψίκορη, δειλή, παγιδευμένη,
να δούμε το θαύμα στο χαμό, τον τελειωμό στην πλάνη.

Φτιασίδωμα ψυχής των άλλων η οργή και υπακοή η βία.
Ξέπεσε σύνθημα ο στοχασμός και προγραφή η μαρτυρία,
συμβιβασμός οι πείσμονες αποστροφές και τα μεγάλα πάθη
καθώς επαιτούν κι αυτοί, μικρή κι ασήμαντη την εποχή τους
έτσι που στις ψευδαισθήσεις τους τ’ ανάστημά τους χάσαν
και δήλωσαν γενναιότητες κι αφόρητες συνέπειες στους δρόμους,
γιατί τους γήτεψε κι αυτούς η έκσταση κι η ηδονή της ευκαιρίας
και τους γονάτισε η ερημιά κι η τυραννία της αλήθειας,
ανομολόγητα στο ιερό το δίκασμα της μεγαλοσύνης.

Συνοδοιπόροι αμνήμονες,άπραγοι και η αποδοχή συνήθεια,
οι ίδιοι σώφρονες ρυθμοί, συναλλαγή ανοιχτή και ρητορεία.
Βήμα πλατύ η συνείδηση υποταγής και τελετή θριάμβου,
χωρίς κενά η μύηση και η προσαρμογή λατρεία,
σπονδή η υπεροψία της άγνοιας και η οίηση μεγαλείο,
αναζητώντας πρόκριμα στην αναχώρηση και την απουσία.
Πτυχές ασκητισμού η ζωή και μνεία ιστορίας,
μας ταίριαζε η ευπρέπεια της ταραχής και δοκιμασίας,
μα άσπονδοι φίλοι οι καιροί κι εμείς ανομολόγητα δικοί τους.


ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΟ
Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο,
η άνοιξη μου γνέφει και μου χαμογελά
και στέλνει στο περβάζι μου
με δυο μικρά πουλιά,
απόκοσμο κελάηδημα, ουράνια χαρά.

Στον απέναντι το φράχτη ο ήλιος
σγουρόμαλλο μικρό τρελό παιδί
έπαιζε με την τριανταφυλλιά.
Βάφτηκε με μύρια χρώματα,
μέθυσε με τ’ αρώματα
και ξεχάστηκε στη φυλλωσιά.

Κατηφόριζε ανέμελο αγέρι
βάρκα με κουπιά κλαδιά
και με φύλλα για πανιά.
Σκάλωσε κι αυτό στην τριανταφυλλιά,
του ’κλεισε το μάτι κι ο ήλιος πονηρά
κι έμεινε κι ανέμιζε στα ξέπλεκα μαλλιά.

Ξετρελάθηκαν απ’ τα ψηλά,
δυο μικρά χελιδονάκια
με το γλυκό το κρυφομιλητό,
με το φως και με το θάμα
κι άφησαν το τρελό κυνηγητό
κι έσμιξαν με τ’ άλλα δυο
στης τριανταφυλλιάς τα κλώνια.

Απ’ την πάνω γειτονιά φωνές,
ανάσες ψίθυροι παλλικαριές.
Απειλούσαν τ’ αγόρια με βρισιές
και κοκκίνιζαν ξεπεταρούδια κοπελιές.
Έψαχναν στις πλεξούδες του ήλιου τις ξανθές
λαχτάρες και πρωτόφαντες χαρές.

Και κατέβηκα να δώσω χέρι,
να σκαρφαλώσει ο ήλιος πιο ψηλά.
Θεέ μου τι μάγια ήταν όλα αυτά;
Στου τριαντάφυλλου τα φύλλα
φεγγοβολούσε η δική σου η ματιά
κι όλα άρπαξαν φωτιά.

Και ανέβηκε ο ήλιος την πρώτη του οργιά,
ξέφυγε τ’ αγέρι στην πίσω τη βραγιά
σπάθισαν και τα χελιδόνια ακόμη πιο ψηλά
και μείναμε μόνοι στην τριανταφυλλιά,
θεέ μου τι χαρά!


ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ ΖΩΗΣ
Ήταν ξάφνιασμα ζωής
το βλέμμα σου που πυρπόλησε
τις μικρές μου κοινές και ήσυχες ημέρες,
που σημάδεψε τις βολικές μου μικροχαρές
και με παρέδωσε,
φλογισμένο, γυμνό στον καιρό
να προλάβω ν’ αποκαλυφθώ.

Ήταν ξάφνισμα ζωής
το γέλιο σου που ψιθύρισε
τα μικρά και μεγάλα μυστικά σου,
που τραγούδησε τις γλυκές και πικρές σου στιγμές
και με προσκάλεσε,
στα ψηλά της ψυχής τ’ αγνάντια
να μπορέσω να καθρεφτιστώ.

Ήταν ξάφνιασμα ζωής
το φιλί σου που στάλαξε
πόθο και πάθος στ’ απείθαρχο κορμί μου,
που ταξίδεψε τις άναρχες προσδοκίες μου
και με οδήγησε,
αληθινό και γεμάτο στις μνήμες σου,
στον έρωτά σου ν’ απολογηθώ.

Ήταν ξάφνιασμα ζωής
ο λόγος σου που γέμισε
το κάθε πρώτο μου και ύστερο κενό,
που ξεφύλλισε το άνθισμα της λαχτάρας
και γλύκανε,
το φόβο, το ρίγος του καημού,
απ’ τη χαρά να μην παραιτηθώ.

Ήταν ξάφνιασμα ζωής
το φως που με τύλιξε
σαν βγήκα τ’ ουρανού και του ήλιου ικέτης,
που μ’ οδήγησε στο βωμό της ψυχής σου
και φώτισε να μπω,
ω! Ιέρεια και μούσα, στο δικό σου ναό,
τον έρωτα να προσκυνήσω.


ΑΝΥΠΟΤΑΧΤΕΣ ΜΝΗΜΕΣ
Σώπαινες.
Ικετευτικά.Λεύτερη και ολοκληρωμένη.
Και τι τάχα να ’ λεγες για της ζωής τη μαγεία;
Πως είναι τα όνειρα φυγή
κι οι πεθυμιές μια δίκη;
Έτσι κι αλλιώς οι αναμνήσεις σου,
γύρισμα είναι κι αγύρτισσα ηχώ.

Αφουγκραζόσουν.
Ανεπίληπτα. Τον πειρασμό και τον πόθο.
Και πώς να μετανιώσεις για το λυτρωμό;
Ψεγάδι η φρόνηση του νου
και γδικιωμός η ελπίδα.
Ακόμα και το σύναγμα των καιρών,
πέρασμα είναι και ορμήνια.

Ομολογούσες.
Απειθάρχητα.Τις απειλές και την απώλεια.
Και πώς να δεχτείς την παραίτηση υποταγή;
Δέηση της στέρησης η οδύνη
και η συμμόρφωση έλεος και ευχή.
Αφού είναι οι αλήθειες σου απόκρυφες σπονδές,
ταξίδεμα ανάπλωρο κι απάγκιο.

Ξαφνιαζόμουν.
Απολογητικά. Για τους ύμνους και τους όρκους.
Και πώς την παραφορά, χαρά να μη λογιάσω;
Νάμα και χάρη η ζωή,
κι ο έρωτάς σου, έμπνευση και θαύμα.
Γιατί στον πανικό της αιωνιότητας,
στέργουν ανυπόταχτες μνήμες.


ΣημειΩματάριο του Γιώργου Αλεξανδρή

https://commons.wikimedia.org/w/index.php?search=%CE%91%CF%86%CE%B7%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7&title=Special:MediaSearch&type=image

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Γιώργος Αλεξανδρής

Ο Γιώργος Αλεξανδρής γεννήθηκε στο Πετρωτό Τρικάλων όπου και έζησε τα παιδικά του χρόνια. Τελείωσε το Γυμνάσιο Φαρκαδόνας και σπούδασε στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων και σήμερα είναι συνταξιούχος Δάσκαλος και μένει στα Τρίκαλα. Ασχολείται με την ποίηση και την αρθρογραφία. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά και διατηρεί το ποιητικό ιστολόγιο: www.alexandris23.net Από τις εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ κυκλοφόρησαν σε ένα βιβλίο δυο ποιητικές του συλλογές: ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ -Ω και ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΕΙΣ.

Αφήστε ένα σχόλιο