You are currently viewing Άτιτλο, στο ΣημειΩματάριο της Μαρίας Σωτηροπούλου

Μαζί είχαμε φτιάξει τ’ όνομα της και δεν θα τη σκέφτομαι καθόλου πεταμένη τώρα κάπου μετά απ’ το μία θυμωμένη πόρτα που κοπάνησε πίσω και μπροστά μου.

Και κάπως έτσι είχε σχεδόν ξημερώσει κι έπρεπε να γυρίσω σπίτι.

Αν βρήκες μία χάρτινη βροχυη την ώρα που εσύ έπρεπε να πας αλλού, εγώ στην άφησα.

Μαζί είχαμε φτιαξευι μία καταιγίδα.

Εσύ από νερό κι εγω απο αέρα.

Χάρτινη.

…θα είναι μία συνηθισμένη μέρα
Ίσως Τρίτη
Να έχει πεθάνει για τα καλά η Κυριακή…
Κάτι θα κλαίμε για ένα μισου τσιγάρο
Να μοιράζουμε τον καπνό
Όχι.
Όχι στη μέση.
Στην άκρη.
Προσεξευ μην πέσεις θα σου πω.
Και θα γελασευις που έχεις πέσει τόσες φορές κι έχεις σπάσει μόνο μία.
Να σου βάλω κατυι να πεις
Θα μου πεις
Και θα μου φέρεις ένα χαμηλό ποτήρι γεμάτο θάλασσα.
Να την σιγο λέω μεχρι το ρολόι σου να μπερδευτεί στα μαλλιά μου…
Στραμμένος στην άλλη σου μεριά, όχι σ’ αυτή που κόβει .
Δεν σου έχω πει ποτέ μου ψέματα
Κι ο καπνός θα ανεβαίνει πάνω…
Φύγε.
Εγώ θα γυρνάω
Το δωμάτιο θα ζαλίζεται
Φύγε.
Αφήνω κάτω το ποτήρι με τη θάλασσα.
Ξέχειλο.
Άδειο.
Όλα.
Τίποτα.
Κάτι να σιγο πίνω.
Μια συνηθισμένη μέρα

Ένα τσιγάρο διαδρομή.

Θα ήθελα πολύ να πω την ιστορία για ένα πουκάμισο.
Στον καθρέφτη.
Έχουν μιλήσει κι άλλοι για ένα πουκάμισο.
Έχουν κλάψει με το άδειο του.
Έχουν μετρήσει μικρές πήλινες ζωές στα πουπουλένια μαξιλάρια τους.
Έχουν κάψει τις κουμπότρυπες του με κρασάκι και μακρινή μουσική.
Το έχουν πει άδειο.
Και μισογεμάτο.
Εξαρτάται τον άνεμο.
Ξεχνώντας να ρωτήσουν το κοριτσάκι με τις κοτσίδες.
Ας πούμε, υπόθεση μόνο, δοκιμή, ό τι μπορώ.
Από που θα ξεκινούσα;
Είχα πάει κομμωτήριο.
Από κει.
Ξανθό.
Της λησμονιας, έτσι χωρίς τόνο.
Γίνεται;
Μπορμπουλιζε βάση.
Και ακετόνη.
Πολλή ακετόνη.
Να ξανοίγεται.
Μέχρι δακρύων.
Θα μου πήγαινε;
Λάθος.
Θα του πήγαινα;
Ας κάνω ότι είμαι στην Αυλίδα.
Έτσι κι αλλιώς όλοι εκεί είμαστε.
Ασχέτως.
Σε μία μεγάλη πολυχωριστική Αυλίδα.
Δια-χωριστική.νησίδα
Οπότε θα πράξω αναλόγως.
Θα τα φέρω όλα στα μέτρα μου.
Μέχρι να με χωράνε.
Γύρω οι άνθρωποι…
Θα πιάσει άραγε στις ρίζες;
Μεσα μας οι άνθρωποι…
Να καλύπτει το λευκό.
Πόσο λευκό για τόσο μαχαίρι.
Ναι καλή αρχή.
Και μετά που ήμουν.
Εδώ θέλει προσοχή.
Πάντα θέλει προσοχή η αυτό παγίδευση.
Γίνεται τριλογία για έναν αν ξεχαστεί συριστική
Παρά.
Και πεις άφεση.
Ήμουν εκεί.
Και ένας γυμνός άνθρωπος
Τρικλί ζει μπροστά στην τηλεόραση.
Έκλαιγα από μέσα μου.
Προσέχοντας πολύ να είμαι χαμογελαστή.
Τι βλέπεις.
Τίποτα.
Προσέχοντας πολύ.
Που είδαμε το ίδιο έργο.
Προσεχώς.
Ένα πουκάμισο.
Ας ξαναγυρίσουμε εκεί.
Δικό μου.
Αφημένο με όρους διαπραγμάτευσης, τυφλής εμπιστοσύνης, μεγάλου θυμού, αθόρυβου συγγνώμη, πνιγμού, πνιγμού, πνιγμού στη σωστική του λέμβο.
Στον καναπέ.
Πιάστηκα από αυτόν πολλές φορές.
Και πιάστηκα σ’ αυτόν, σχεδόν νεκρή.
Ξανθό της Μονής λύσης.
Γίνεται;
Θα του ταιριάζω;
Καθρέφτη καθρεφτάκι μου.
Ποια είναι η πιο αιματινη;
Έτσι χωρίς τόνο.
Αναίμακτα.
Σχετικά.
Και γυρνάω την πλάτη μου.
Για μία στιγμή.
Και με σκοτώνω.
Πισώπλατα
Με ωμέγα.
Γιατί είναι το τελευταίο μου που θυμάμαι.
Από τον άνθρωπο που ήρθε τρικλι ζώντας ως. Την πόρτα.
Χωρίς κανένα ρούχο.
Για να ντυθεί.
Για να πλυθεί.
Γιατί με συγχώρεσε.
Γιατί εγώ τα φταίω όλα.
Δικαίωμα μου να είμαι νεκρό πουκάμισο, όπως αντέχω.
Κι αν δεν με πιστεύετε, ρωτήστε τη μέση Ιφιγένεια.
Πώς θα τελείωνα την αφήγηση;
Αυτό είναι ευκολάκι
Κοιτάξτε με.
Αλλά μη με βλέπετε.
Πετάξτε λέξεις αλλά προσοχή στο κενό τους.
Εκεί σκοτώνουν.
Όλους μας.
Ω, όχι εσάς.
Τους άλλους.


https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simiomatario-sotiropoulou

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Μαρία Σωτηροπούλου

Σωτηροπούλου Μαρία. Γεννημένη φθινόπωρο αλλά η καρδιά μου ανήκει στο καλοκαίρι. Μπορώ να στερηθώ τα απαραίτητα αλλά όχι τα ποιήματα. Κι ηθοποιός δεν σημαίνει φως. Σημαίνει μεγεθυντικός φακός στο σκοτάδι. Στον ελεύθερο χρόνο μου, εμπορεύομαι μήλα για τον επιούσιο

Αφήστε ένα σχόλιο